Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "χάρτης". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα "χάρτης". Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

1.2.23

λεπτομερής παρατήρηση, διανοητική πειθαρχία


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σπού­δα­σα βιο­χη­μεία και μο­ρια­κή βιο­λο­γία. Θα μπο­ρού­σα εξί­σου –αν όχι και προ­σφυ­έ­στε­ρα στα εν­δια­φέ­ρο­ντά μου και στην κλί­ση μου– να έχω σπου­δά­σει γλωσ­σο­λο­γία ή ιστο­ρία της τέ­χνης. (Έχο­ντας επι­λέ­ξει την ποί­η­ση από πο­λύ νε­α­ρή ηλι­κία, δεν επι­θυ­μού­σα να σπου­δά­σω φι­λο­λο­γία.) Σμί­γο­ντας βιο­λο­γία και ποί­η­ση, θα μπο­ρού­σε να συ­μπε­ρά­νει κά­ποιος πως με είλ­κε η με­λέ­τη της ζω­ής: τό­σο στο μι­κρο­σκο­πι­κό επί­πε­δό της, όσο και με τον ολι­στι­κό­τε­ρο τρό­πο της ποί­η­σης. 

Πι­θα­νώς η με­λέ­τη των κυτ­τά­ρων και των βιο­μο­ρί­ων να με δί­δα­ξε την λε­πτο­με­ρή πα­ρα­τή­ρη­ση και την ψυ­χρή κα­τα­γρα­φή χω­ρίς, εν πρώ­τοις, πρό­θε­ση ερ­μη­νεί­ας. Μό­νο με­τά την συλ­λο­γή των στοι­χεί­ων, θα έλ­θει η από­πει­ρα σύν­θε­σής τους. Και μό­νο με­τά την σύν­θε­ση, θα εξε­τα­σθεί η συμ­φω­νία τους με την αρ­χι­κή υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας, ή θα δια­πι­στω­θεί η ανά­γκη επε­ξερ­γα­σί­ας μιας νέ­ας θε­ω­ρί­ας που να τα πε­ρι­λαμ­βά­νει και να τους απο­δί­δει μια θέ­ση σύμ­φω­νη με την αρ­χι­κή τους πα­ρα­τή­ρη­ση, χω­ρίς να τα βιά­ζει ή να τα αγνο­εί.

Μό­νο με­τά την συλ­λο­γή λέ­ξε­ων και φρά­σε­ων, δο­κι­μά­ζε­ται (πά­λι και πά­λι) το χτί­σι­μο του ποι­ή­μα­τος. Και μό­νο με­τά την κα­τα­σκευή του, ελέγ­χε­ται η θέ­ση του εντός της τρέ­χου­σας ποι­η­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας: τό­σο της προ­σω­πι­κής, όσο και της ευ­ρύ­τε­ρης (ελ­λη­νό­γλωσ­σης και όχι μό­νο), και μά­λι­στα ως από­λη­ξης μιας ιστο­ρι­κής δια­δρο­μής (της «πα­ρά­δο­σης»). Και αξιο­λο­γεί­ται η θέ­ση του ποι­ή­μα­τος ανά­με­σα σε­ άλ­λα ­ποι­ή­μα­τα (π.χ. ενός σχε­δια­ζό­με­νου βι­βλί­ου). Τό­τε εν­δέ­χε­ται να δια­πι­στω­θεί η ανά­γκη δη­μιουρ­γί­ας ενός νέ­ου πλέγ­μα­τος σχέ­σε­ων: όταν πλέ­ον τα ίδια τα ποι­ή­μα­τα υπα­γο­ρεύ­ουν άλ­λες συν­δέ­σεις με­τα­ξύ τους. (Πα­ρο­μοί­ως, μό­νο με­τά την προ­σε­κτι­κή συλ­λο­γή ανα­γνω­στι­κών στοι­χεί­ων μπο­ρεί να προ­χω­ρή­σει η κρι­τι­κός στην διε­ρεύ­νη­ση ενός σχή­μα­τος που να τα αξιο­ποιεί χω­ρίς να τα πε­ρι­φρο­νεί προ­σπα­θώ­ντας να τα υπο­τά­ξει σε μια προ-επι­λεγ­μέ­νη θε­ω­ρία.)

Ει­κά­ζω επί­σης πως η πει­ρα­μα­τι­κή μέ­θο­δος των θε­τι­κών επι­στη­μών, κα­θώς και οι οι­κεί­ες τους ανα­λυ­τι­κές και συν­θε­τι­κές επε­ξερ­γα­σί­ες, που αφε­νός προ­ϋ­πο­θέ­τουν την διά­κρι­ση των ση­μα­ντι­κών από τα δευ­τε­ρεύ­ο­ντα, αφε­τέ­ρου δεν επι­τρέ­πουν να πα­ρα­με­λη­θεί –πό­σο μάλ­λον να αγνοη­θεί– το πα­ρα­μι­κρό, με άσκη­σαν σε μια δια­νοη­τι­κή πει­θαρ­χία χρή­σι­μη στην ποι­η­τι­κή δη­μιουρ­γία. Δη­λα­δή στο πλά­σι­μο ενός έρ­γου – πλά­σι­μο που εντέ­λει μοιά­ζει πε­ρισ­σό­τε­ρο με κα­τα­σκευή όπου η ση­μα­σία κά­θε στοι­χεί­ου (οσο­δή­πο­τε ασυ­νεί­δη­τα γεν­νη­μέ­νου) εί­ναι σο­φά υπο­λο­γι­σμέ­νη, και λι­γό­τε­ρο με ένα νε­φε­λώ­δες, αυ­το­φυ­ές μόρ­φω­μα (ένα δώ­ρο κά­ποιας στιγ­μιαί­ας «έμπνευ­σης»). Η δε ση­μα­σία αυ­τής της δια­νοη­τι­κής πει­θαρ­χί­ας στην κρι­τι­κή έρ­γων, την οποία επί­σης ασκώ, μου φαί­νε­ται ακό­μα προ­φα­νέ­στε­ρη.

Τέ­λος –ιδιαι­τέ­ρως πα­ρα­κι­νη­μέ­νος από μια πρό­σφα­τη πα­ρα­τή­ρη­ση της ποι­ή­τριας και μου­σι­κο­λό­γου Στέλλας Βοσκαρίδου– αντι­λαμ­βά­νο­μαι πως η εν­γέ­νει μι­κρή ή μη βα­ρύ­νου­σα, ή πά­ντως μη προ­φα­νής, πα­ρου­σία της με­τα­φο­ράς στην ποί­η­σή μου, ίσως έχει κοι­νή την πη­γή της με την πί­στη στην αυ­τα­ξία της πα­ρα­τή­ρη­σης και της κα­τα­γρα­φής, μα και την πί­στη στην κυ­ριο­λε­ξία, στην λι­τό­τη­τα, και στην σα­φή­νεια που απαι­τού­νται από τις θε­τι­κές επι­στή­μες. Πί­στη που η τέ­χνη μοι­ρά­ζε­ται, και πί­στη στη­ριγ­μέ­νη στην βε­βαιό­τη­τα πως αυ­τές οι ιδιό­τη­τες, όταν συν­δυα­στούν με διά­κρι­ση, οδη­γούν σε ένα φαι­νό­με­νο –υλι­κό και πνευ­μα­τι­κό ταυ­τό­χρο­να: το ποί­η­μα– που αντη­χεί με ποι­κί­λους τρό­πους και προς διά­φο­ρες κα­τευ­θύν­σεις, συ­γκι­νώ­ντας μας με έντα­ση και πο­λυ­πλο­κό­τη­τα ίσες ή και ανώ­τε­ρες από αυ­τές που επι­τυγ­χά­νει η με­τα­φο­ρά.

 

~

 

Αυτό είναι το κείμενο που έγραψα μετά την πρόσκληση της Παυλίνας Μάρβιν για την στήλη της στον "Χάρτη" (στο τ. Φεβ. 2023 του οποίου και δημοσιεύθηκε) "Έχω εκφράσεις διπλές". Εκεί, ποιητ/ρι/ες; που έχουν σπουδάσει ή/και ασχολούνται επαγγελματικά με κάτι άλλο από την λογοτεχνία, προσκαλούνταν να σχολιάσουν αυτόν τον 'διπλό εαυτό' τους.

Η φωτογραφία (του Θωμά Μαχαίρα) είναι από τον Νοέμβριο 2020, στον αρχαίο Δήμο Κοίλης, λίγο πιο πάνω απ' τα Πετράλωνα. 'Συνομιλώ' με μιαν ατρόμητη, φιλικότατη καρακάξα.

15.4.22

Για τον Άγγελο Σικελιανό


 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έξι προσωπικές σημειώσεις για τον Σικελιανό

~ Καμμιά φορά, σε δεκτική ομήγυρη, χάριν (σοβαρού) αστεϊσμού, αποτολμώ να ξεστομίσω –ως party line, που λένε– την φράση: «Τα καλύτερα ποιήματα του Παλαμά, τα έγραψε ο Σικελιανός». Επικινδύνως, το γνωρίζω, συνοψίζει, παιγνιωδώς και ασεβώς έστω, την αίσθησή μου πως ο Σικελιανός, ως φυσικός ‘διάδοχος’ του Παλαμά (και όχι μόνον, βέβαια, στην άτυπη θέση του «εθνικού ποιητή»), πλάτυνε τον δρόμο που εκείνος διάνοιξε (με την χρήση της δημοτικής και το ύφος του) και τον έστρωσε με επιτεύγματα σημαντικότερα, χάρη και στο ανώτερο ποιητικό του τάλαντο. Αφορισμών τέλος – συνέχεια με σύντομες, προσωπικές πάντα, καταγραφές.

~ Ευτύχησα να πρωτοδιαβάσω Σικελιανό, φθινόπωρο του 1981, όταν ανατυπώθηκε, μαζί με τις ξυλογραφίες του Σπύρου Βασιλείου που την συνόδευαν, η χειρόγραφη έκδοση των Ακριτικών: τα εκατό αντίτυπά της είχαν κυκλοφορήσει από χέρι σε χέρι την άνοιξη του 1942. Το βιβλίο αυτό, καρπός της ύψιστης ωριμότητας του Σικελιανού, περιέχει πέντε ποιήματα γραμμένα το 1941-42: «Στυγός Όρκος», «Άγραφον», «Ελληνικός Νεκρόδειπνος», «Διόνυσος επί λίκνω», και «Σόλωνος Απόλογος». Αποτελεί ένα από τα τέσσερα σημαντικότατα ποιητικά βιβλία της Κατοχής, μαζί με την Αμοργό του Γκάτσου, τον Μπολιβάρ του Εγγονόπουλου, και την Ursa minor του Παπατσώνη – τι σοδειά. (Δεν είναι διόλου αυτονόητο ότι οι «δύσκολοι καιροί» γεννούν καλή τέχνη, και μάλιστα τόσο σύντομα.) Το 1943, όταν ο ποιητής παρουσιάζει την αυτό-ανθολόγησή του, Αντίδωρο, περιλαμβάνει μόνο τα δύο πρώτα και το τελευταίο· οπωσδήποτε μεγάλα επιτεύγματά του. Στην δε συγκεντρωτική έκδοση του Λυρικού Βίου (1946), εντάσσει τα πέντε με ελαφρώς αλλαγμένη σειρά στους «Επινίκους Β’ (1940-1946)».  

Έγραψα πιο πάνω «ευτύχησα» γιατί, χάρη σ’ αυτή την σύμπτωση, γνώρισα τον Σικελιανό στην πιο μεστή, πυκνή, καίρια και ποιητικώς δραστική εκδοχή του. Έτσι, ένας έφηβος που ταλαντευόταν ανάμεσα στην τότε τρέχουσα ή ακόμα πρόσφατη ακμή του Ελύτη και στο συντελεσμένο σύμπαν του Σεφέρη, με σταθερό, ωστόσο, έδαφός του τον Καβάφη και τον Γκάτσο, κι έχοντας πρόσφατα μαγευθεί από τον Εγγονόπουλο και γοητευθεί από τον Σινόπουλο, μπόρεσε να ‘δεχθεί’ αυτόν τον Σικελιανό σ’ αυτήν την συντροφιά – πράγμα που θα ήταν μάλλον αδύνατον αν είχε πιάσει να τον διαβάζει ξεκινώντας απ’ την αρχή του έργου του.

Παραμένει αναγνωστική αίσθησή μου (αλλ’ αν δεν σφάλλω, υποστηρίζεται και από φιλολόγους) ότι, μετά την επίπονη τριβή και την σύγκρουση με την πραγματικότητα που οδήγησαν στο τέλος (1930) του οπωσδήποτε γόνιμου και πολλαπλώς πρωτοπόρου εγχειρήματος των «Δελφικών Εορτών», η ‘επιστροφή’ του Σικελιανού στην ποίηση έδωσε ποιήματα εν γένει πολύ μεστωμένα, πιο ‘γειωμένα’, αυστηρότερα υφολογικώς, σε σχέση με τα προηγούμενα – κι έτσι ‘πλησιέστερα’ σε μιαν ευαισθησία που ‘τσινάει’ μπρος στην υπερχειλίζουσα γλώσσα, την υπερχειλίζουσα μεταφυσική, κ.τ.τ.. Αν δεχθούμε ως έναρξη αυτής της μεστής ωριμότητας το έτος 1935, χρονολογία δημοσίευσης της «Ιεράς Οδού» στα «Νέα Γράμματα», έχουμε λόγο να πικραθούμε: ο Σικελιανός μπαίνει στην ακμή του 51 ετών, αλλά έχει μόνον 16 ακόμη χρόνια ζωής μπροστά του. Και θα ‘σπαταλήσει’ πολλά απ’ αυτά γράφοντας θέατρο, ενώ από την Απελευθέρωση κι έπειτα, θα τον καταβάλλει η επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας του.

~ Πέρα από τα ακριβά δώρα της ποίησης του ίδιου του Σικελιανού, με ενδιαφέρουν πολύ –ως αναγνώστη και ποιητή, όχι ως φιλόλογο που δεν είμαι– και οι ‘επιβιώσεις’ του: όχι τόσο οι προφανέστερες, π.χ. στον Ελύτη, όσο αυτές στον Εμπειρίκο, δεδηλωμένες και –κυρίως– μη, στον Παπαδίτσα και στον Καρούζο, αλλ’ ακόμα και στα ποιήματα του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Ξέρουμε την ύψιστη θέση που απέδιδε ο Λορεντζάτος στον Σικελιανό ανάμεσα στους ποιητές του ελληνικού 20ου αιώνα – αλλά νομίζω κι ότι το καλύτερο ποίημα της Συλλογής του, «Ο Ξένος», απηχεί κάπως την καλπάζουσα αφηγηματικότητα, τις άφθαστες παρομοιώσεις, κι εντέλει την γνωμική τάση του ποιητή που τόσο θαύμαζε:



Βράδιαζε αργά στο Τούνεζι.

                                           Μονάχος μέσα

Στο Μεγάλο Τζαμί στο σκοτεινό προσευχητήρι

Με κατάνυξη τραβηγμένος σε μια κόχη

Μαστορεύει ένα ποίημα που δεν ξεστομίζει σε κανέναν

Και μήτε καν το γράφει πουθενά

Παρά σα δυο καματερά που ζευγαρίζουν

Το χωράφι της μνήμης, βαθιά στ’ αυλάκια του μυαλού του

Χαράζονται για πάντα ώρα και μέρα.

 

Και να σε λίγους μήνες στη Σεβίλλη

Τον ζυγώνει στο δρόμο παλικάρι που δεν ξέρει

Και του λέει κομποσκοίνι, θαρρείς, σε ασκητευτή τα χέρια

Ολάκερο το ποίημα με στροφές και στίχους.

Ο Ιμπν Άραμπης κερώνει.

                                       Σαστισμένος

Ρωτάει ποιος έγραψε το ποίημα; Πάλι τον σαστίζουν

Για δεύτερη φορά τα λόγια τούτα:

«Ο Ιμπν Άραμπης» – που βέβαια ο άλλος δεν τον ξέρει

Μήτε και πως τον βλέπει εκεί μπροστά του.

Καλά, πώς έμαθε στροφές και στίχους;

                                                            Λίγους μήνες

Πρωτύτερα –την ίδια ώρα και μέρα

Που μαστόρευε στο Τούνεζι το ποίημα

Του Προφήτη ο πιστός– ανακατώθη

Σε μια παρέα παλικαριών εκεί στην ίδια

Τη Σεβίλλη ένας ξένος, άγνωστος προσκυνητής

Και ξεθηκάρωσε μπροστά τους καβαλάρης σάμπως

Κατεβατή σπαθιά στον άνεμο, ένα ποίημα.

Τόσο το ζήλεψαν τα παλικάρια εκείνα

Που ζήτησαν να τους το πει πάλι και πάλι

Ωσότου πλέρια τέλος το απομάθαν.

Ύστερα ο ξένος έφυγε όπως ήρθε

Χάθηκε – ανθρώπου μάτι δεν τον είδε πια.

 

*

 

Βασιλιάς ή στρατιώτης πλούσιος ή φτωχός

Όποιος γυρεύει και καλά να μάθει

Με τον κανόνα και με το διαβήτη

Ποιος είναι ο ξένος, δε θα καταλάβει

Ποτές του τίποτα από ποίηση (κι άλλα πιο κρυμμένα

Στο φρόνημα του ανθρώπου) –το δηλώνει ο μύθος–

Όσο αν κάνει τον άνεμο κουβάρι

Σε πανύψηλες μέσα βιβλιοθήκες

Μερώνοντας ανήμερα βιβλία,

Όσο αν ξέρει τον κόσμο να διαβάζει

Όσο αν είναι σοφός

                                ή ακόμα και τις γλώσσες

(Με τους στερνούς αυτούς που θημωνιάζω στίχους)

Των ανθρώπων λαλεί και των αγγέλων...      


Δεν μπορώ να εξηγήσω επακριβώς γιατί –πέραν από τον μεγάλο θαυμασμό που τρέφω για το ποίημα του Σικελιανού, και πέρα από όσα λίγα συστατικά της ποίησής του ήδη επιγραμματικά ανέφερα και θα αναφέρω– μου φέρνει στον νου την «Αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο (μαθητή του Βούδα)»:



Aνεπίληπτα επήρε το μαχαίρι

ο Aτζεσιβάνο. K’ ήτανε η ψυχή του

την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι.

Kι όπως κυλά, από τ’ άδυτα του αδύτου

των ουρανών, μες στη νυχτιά έν’ αστέρι,

ή, ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,

έτσι απ’ τα στήθη πέταξε η πνοή του.

 

Xαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε.

Γιατί μονάχα εκείνοι π’ αγαπάνε

τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία,

μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι

της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,

που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!

 

Μα αίφνης, κι άλλη ‘επιβίωση’ –διαβάζοντας ανάστροφα τώρα– στον Γκάτσο: Των άστρων έχει απάνω μου το περιβόλι γείρει [«Ύμνος του Μεγάλου Νόστου»].

Τέλος, εξίσου με συγκινεί η ‘συνομιλία’ του σπουδαίου αρχαιολόγου και δεινού, υποδειγματικού στον δικό του στίβο, συγγραφέα Χρήστου Καρούζου (γεννημένου το 1900 στην Άμφισσα) με τον Σικελιανό:

Όταν επικαλείται το ποίημα (που μοιάζει με την σειρά του να ‘συνομιλεί’, ως θέμα και ‘στάση’, με τον Καβάφη) «Παντάρκης», μιλώντας για την αρχαία γλυπτική και τις αρχαίες επιγραφές για το νεανικό ανδρικό κάλλος – όμως δεν μπορώ να βρω πια πού: στον Αριστόδικο, στο Άγαλμα περικαλλές…, σε κάποιο δοκίμιο της Αρχαίας Τέχνης; (Ή μήπως η αναφορά ανήκει στην Σέμνη Καρούζου; Ή την φαντάστηκα ολωσδιόλου;)

Κι όταν τους βλέπω να συνομιλούν ως φίλοι στους Δελφούς (όπως σημειώνει η Σέμνη Καρούζου στο τέλος της έκδοσης του βιβλίου Δελφοί του άντρα της), την εποχή που ο Καρούζος ήταν Έφορος Αρχαιοτήτων Στερεάς Ελλάδος, με έδρα την Θήβα. Τόσο με γοητεύει αυτή η –πλούσια, είμαι βέβαιος, και ακριβή – συνομιλία που μάλλον έπλασα ως φαντασίωση και την ύπαρξη αλληλογραφίας Καρούζου-Σικελιανού, αποκείμενης σε κάποιο ίδρυμα: μιας και ούτε κι αυτό στάθηκε δυνατό να το επιβεβαιώσω τώρα, καθώς γράφω.

~ Οι παρομοιώσεις είναι, στον ποιητικό δρόμο, οι γλιστερότερες πέτρες. Το πόδι του Σικελιανού όμως έχει εξαρχής μοναδική σταθερότητα. Θαυμάσια το διατυπώνει ο Πέτρος Κολακλίδης (στις Μελέτες του, τ. Α’, επιμ. Σταύρου Ζουμπουλάκη, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη, Ηράκλειο 2006, όπως το μεταφέρει ο Κώστας Μπουρναζάκης στην εισαγωγή του τομιδίου Άγγελος Σικελιανός στην σειρά «Έλληνες Ποιητές» της «Καθημερινής», 2014): «Οι παρομοιώσεις του είναι στιλπνές. Είναι παρομοιώσεις κάποιου που έχει εμπιστοσύνη στα πράγματα.» Τυχαίος δειγματισμός:

μες στον ανάλαφρο σαν καταχνιά χιτώνα [«Τύμβος»]

λάμπ’ η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα [«Γιατί βαθιά μου δόξασα»]

Πώς το ρουμπίνι πύρινο ζώνει ψηλά το στέμμα,
όμοια στο νου μου ολόγυρα μαζώχτη ξάφνου το αίμα
[«Μήτηρ θεού»] – εικόνα που θα ξαναγυρίσει αποσταγμένη σε μεταφορά, δεκαετίες αργότερα, στον προφορικό του λόγο –ένα ρουμπίνι στη μέση του μυαλού– για να περιγράψει το πρόσφατο εγκεφαλικό του επεισόδιο (στον Σεφέρη, κατά την μαρτυρία του στις Μέρες (1946)).

~ Τα όλα κι όλα πέντε παραδείγματα πιο πάνω, κι ας είναι λιγοστά, καταδεικνύουν περίτρανα, φρονώ, το εκπληκτικό ‘αυτί’ του Σικελιανού:

Αυτί για τον ρυθμό, φυσικά, βασικό στοιχείο του οποίου είναι, νομίζω, οι διασκελισμοί του: που οργανώνουν τον ήχο, αλλά και –με την νοηματικά πάντα σοφή τους θέση– γίνονται η ραχοκοκκαλιά γύρω από την οποία θα σαρκωθεί η αφήγηση.

Αλλά αυτί και για τους φθόγγους καθεαυτούς, που προσκαλούν το στόμα το ίδιο να τους γευτεί, να τους στριφογυρίσει ανάμεσα σε ουρανίσκο, χείλη και δόντια, με επιμονή, ένταση και απόλαυση τέτοιες, που είχαμε να νιώσουμε από τον Σολωμό.

~ Κλείνω αντιγράφοντας –και προσυπογράφοντας– άλλη μιαν έξοχη απόφανση του Πέτρου Κολακλίδη (ό.π.): «Η προσοχή στη γλώσσα, στο τί σημαίνει και στο πώς το σημαίνει, στο πώς ακούγεται κι από ποιούς ρυθμούς συνοδεύεται, έχει ως αντίστοιχό της την προσοχή στα πράγματα [...]. Οι φυσικές εικόνες είναι αλληλένδετες με τις λεκτικές. Ο ποιητής ακούει και βλέπει. Ενώ τον ενδιαφέρουν τα «νοητά», σώζει, όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, τα φαινόμενα. Και τα σώζει [...], διατηρώντας τα ακέραια, στη φυσική τους αμεσότητα, διάφανα, καθαρά. Γι’ αυτό η ποίησή του δεν είναι σκοτεινή, όσο κι αν είναι βαθύς, όσο κι αν είναι «μυστικός».» Αυτό (πρέπει να) κάνει η ποίηση· αυτό κάνει ο ώριμος, όψιμος Σικελιανός.

 

*

 

Αυτό είναι το κείμενο που με το οποίο συμμετείχα στο αφιέρωμα στον Σικελιανό που επιμελήθηκε η Αθηνά Βογιατζόγλου για το περιοδικό "χάρτης", τ. 40, Απρίλιος 2022.

15.12.21

Δύο κινεζικά ποιήματα αποχωρισμού


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Μπάι Τζουγί

 



Δύο ποιήματα αποχωρισμού
από τον φίλο του, Γιούαν Τζεν

 

 

 

              Πλάι στη λίμνη, με την σκέψη σ’ εκείνον

 

Άνοιξη δίχως σύντροφο – λιγοστοί περίπατοι

 

Κάθε χαρά χωρίς εσένα, πιο λίγη από μισή

Κι ακόμα λιγότερη σήμερα –

σχεδόν ανυπόφορος ο Κήπος

με τις Βερικοκιές

 

Είχαν βγει για περίπατο όλοι

Εσύ όχι

 

 

*

 

              Μελαγχολία μετά την αναχώρησή του

 

Βρέχει φύλλα νεκρά

Φυσάει ξερά λουλούδια

 

Λυπητερό φθινόπωρο ξανά

φυτρώνει εδώ –

απόμερη ερημιά

Χειρότερα –

χώρισα μόλις απ’ τον φίλο

Μέσα μου πια καμμιά χαρά

 

Και ας τον ξεπροβόδισα κι ας βρίσκεται

η καρδιά μου πιο πέρα

κι από την Πέρα Πύλη

 

Καμμιά ανάγκη γι’ αμέτρητους φίλους

καλύτερα δυο σκέψεις ταιριαστές

 

Μόνο ένας φίλος έφυγε και βρέθηκα

σ’ ερημωμένη πόλη                                     

 

 

      ~ ελεύθερη εκδοχή: Παναγιώτης Ιωαννίδης

 

 

*

 

Όπως οι περισσότεροι ποιητές της Αυτοκρατορικής Κίνας, έτσι και ο Μπάι Τζουγί (Bai Juyi, 772-846) και ο Γιούαν Τζεν (Yuan Zhen, 779-831, γνωστότερος ως πεζογράφος) υπήρξαν και υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της αυτοκρατορικής διοίκησης, τον καιρό της Δυναστείας Τανγκ (618-907): της χρυσής εποχής, δηλαδή, της κλασσικής κινεζικής ποίησης. Γνωρίστηκαν όταν έδιναν εξετάσεις (ΑΣΕΠ avant la lettre, απολύτως αδιάβλητες) για να προσληφθούν· φυσικά, έπρεπε να αριστεύσουν και στην ποιητική σύνθεση. Τούτο δεν σήμαινε μόνον να γνωρίζουν τους (πολλούς και αυστηρούς) κανόνες για την συγγραφή των διαφορετικών ειδών ποιημάτων, αλλά και όλη την ποιητική γραμματεία, από την πρώτη αρχή της ώς τις μέρες τους. Και μάλιστα απ’ έξω κι ανακατωτά, ώστε να είναι σε θέση να υφαίνουν πάντα μες στα δικά τους ποιήματα –απαραίτητο στοιχείο της τέχνης τους– λεπτές, πρωτότυπες, αλλά αναγνωρίσιμες αναφορές σε παλαιότερα ποιήματα άλλων.

 

Έγιναν φίλοι αμέσως (κάποιοι λεν: κι εραστές). Μα, καθώς συχνά υπηρετούσαν ο ένας στη μια, κι ο άλλος στην άλλη άκρη της αχανούς Αυτοκρατορίας, έσμιγαν αραιά και πού: κάθε που ο Αυτοκράτορας αποφάσιζε για τις νέες προαγωγές και μεταθέσεις, και τους καλούσε στην πρωτεύουσα να τις ανακοινώσει. Μετά το πέρας μιας από αυτές τις συναντήσεις τους, μπήκαν μες στα πλεούμενά τους, να φτάσουν ο καθένας στην επαρχία όπου όφειλε, σε κατευθύνσεις αντίθετες.

 

Είπε τότε ο Μπάι Τζουγί (ή μήπως ήταν ο Γιούαν Τζεν;):

– Άσε με να σε συνοδεύσω μερικά μίλια προς τα εκεί που πας, και μετά γυρνάω πάλι. Έπλευσαν έτσι λίγα μίλια, συζητώντας, ανταλλάσοντας στίχους, και σιωπώντας.

Όταν ήρθε η στιγμή να χωρίσουν, είπε ο Γιούαν Τζεν (ή μήπως ο Μπάι Τζουγί):

– Άσε να πλεύσω πλάι σου λίγα μίλια ακόμη, κι ύστερα επιστρέφω.

Αυτό επαναλήφθηκε κάμποσες φορές, μέχρι που νύχτωσε.

Βγήκε το φεγγάρι, τους είδε να συνεχίζουνε το πέρα-δώθε ώς την αυγή.

Τότε χωρίσαν, και πήρε ο καθένας τον δρόμο του.

 

Μετά από κάποιον απ’ αυτούς τους αποχαιρετισμούς και αποχωρισμούς, θα έγραψε ο Μπάι Τζουγί τα δυο ποιήματα που με συγκίνησαν όσο κι η μικρή ιστορία του πηγαινέλα στο ποτάμι, και θέλησα να αποδώσω στη γλώσσα μας το 2009. Έτσι, μού είναι δύσκολο σήμερα να εξακριβώσω ποιες αγγλικές και γαλλικές μεταφράσεις χρησιμοποίησα – αλλά θαρρώ δεν έχει και μεγάλη σημασία, τόσο ελεύθερες που είναι οι ελληνικές εκδοχές. Εξάλλου, και τα λίγα στοιχεία που προηγήθηκαν, από μνήμης παραθέτω· μπορεί και να μην έγιναν έτσι ακριβώς.

 

~

 

Αυτή ήταν η συμβολή μου στο αφιέρωμα στην Κίνα που επιμελήθηκε ο Γιώργος Χουλιάρας στο περιοδικό "χάρτης", τ. 36, Δεκ. 2021.

Η φωτογραφία μου είναι από την Πάτμο, Αύγ. 2017.