11.11.20

Η επαναστατικότητα της τέχνης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η συνεπής, διαρκής επαναστατικότητα της τέχνης

Ό,τι απλώς εξεγείρεται, δεν ανασυστήνει· δεν ανασυντάσσει τον ορατό και αόρατο, τον ρητό και σιωπηρό, κόσμο· είναι μόνον χειρονομία εναντίον του. Δεν είναι τέχνη· είναι απλώς αυτοέκφραση. Η ποίηση που απλώς εξεγείρεται, είναι ατελής. Η ολοκληρωμένη τέχνη είναι διαρκώς επαναστατική στην ουσία της· ενίοτε και στην μορφή της. Δεν αρκείται στην εκπυρσοκρότηση, δεν συγκρούεται απλώς, δεν καταρρίπτει μόνο: εγκαθιδρύει χώρο απεριόριστης πνευματικής ελευθερίας, οικοδομώντας ταυτοχρόνως εντός του, βάσει των δικών της ιδεών για την πραγμάτωση της ελευθερίας αυτής (που δεν αποκλείεται να μοιάζουν με παλαιότερες, ή να χρησιμοποιούν στοιχεία τους). Δηλαδή επαναστατεί. Αυτή η διεκδίκηση, η διάνοιξη, και η πραγμάτωση μιας δίχως φραγμούς ελευθερίας είναι η αενάως επαναστατική φύση της τέχνης. Και, ενίοτε, η τέχνη επαναστατεί και μορφικά: απορρίπτοντας παλαιούς τρόπους και επιβάλλοντας νέους (που μπορεί να τους εμπνέεται από ξεχασμένες ή ξένες πηγές).

Η επαναστατικότητα, λοιπόν, της εντελούς τέχνης συνίσταται στην –κατά τα φαινόμενα– παράδοξη σύζευξη της λεπτολόγου και στοχαστικής δημιουργίας (εν αντιθέσει προς την εκρηκτική, παρορμητική, εξεγερτική αυτο-έκφραση) με την διατράνωση ενός ατέρμονου πεδίου ελευθερίας: πεδίου που η τέχνη ταυτοχρόνως απαιτεί, διεκδικεί, διανοίγει, και περιφρουρεί. Η τέχνη, δηλαδή, δεν είναι μόνον κίνηση εναντίωσης και κατάρριψης (εξέγερση) – είναι επίσης, και πρωτίστως, απόφαση και περάτωση νέου κτισίματος. Εκεί έγκειται η επαναστικότητά της.

Η σε διάφορες περιόδους και συνθήκες (π.χ. υπό ολοκληρωτικά καθεστώτα ή χάριν θεωρητικών υποθέσεων και διεκδικήσεων) απαίτηση να συνταχθεί ή να αντιταχθεί (εξεγειρόμενη) η τέχνη με πεδία εκτός του δικού της –που ασφαλώς καθορίζει αλλά και επηρεάζεται από άλλα χωρίς να συμπίπτει με αυτά· αίφνης: το πολιτικό–, δηλώνει είτε αδιαφορία και άγνοια για την ίδια την τέχνη, είτε δολιότητα: όταν ζητά από την τέχνη να εκτραπεί από το πεδίο της, ακυρώνοντας, ταυτοχρόνως, την αυτονομία και την αυταξία των άλλων. Π.χ., η πολιτικώς 'στρατευμένη' τέχνη, και ακροβατεί ως τέχνη (γιατί, στρατευόμενη, έχει απεμπολήσει την καταστατική ελευθερία της), και αφοπλίζει την πολιτική, καθώς την υποδύεται. (Κατά μοιραία ειρωνεία δε, η πολιτική –των εξεγέρσεων συμπεριλαμβανομένων– δεν χρειάζεται την τέχνη: μια χαρά τα καταφέρνει και χωρίς αυτήν.)

Την διαρκή επανάσταση της αληθoύς τέχνης, συνοδεύουν και άλλες συναφείς δημιουργικές (και όχι καταστρεπτικές) πράξεις: π.χ., η ανασύνταξη του καλλιτεχνικού κανόνα· και η αποτίμηση των σύγχρονων έργων όχι από την καθεστηκυία κριτική αλλά από την σύγχρονή τους, που τα (παρ)ακολουθεί.

Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι υφίσταται ρήξη με την –ποιητική, αισθητική– παράδοση, ούτε στην προσωπική μου εργασία, ούτε στην σύγχρονη ελληνική ποίηση που εκτιμώ. Η παράδοσή μας περιέχει ακριβά, βαθιά κοιτάσματα από τα οποία αντλούμε: δεν ισούται με μια σκυταλοδρομία από 'γενιά' σε 'γενιά' – γιατί, όντως, λιγοστή συνάφεια με τις πλησιέστερες προηγούμενες 'γενιές' παρατηρώ. Η γενεαλογία της αξιόλογης σύγχρονης ελληνικής ποίησης είναι οπωσδήποτε συνθετότερη: περιλαμβάνει παλαιότερες Ελληνίδες ποιήτριες και ποιητές, αλλά και ξένες/ους ομοτέχνους διαφόρων περιόδων. Αυτή δε η επαναξιολόγηση του νεοελληνικού ποιητικού κανόνα και οι εκλεκτικές συγγένειες με ξένες ποιητικές φωνές, αντικατοπτρίζονται όχι μόνο στο εκάστοτε ποιητικό έργο, αλλά και στην πολιτεία σύγχρονων ποιητικών δράσεων – π.χ. του περιοδικού “ΦΡΜΚ” και των εκδηλώσεων “Με τα λόγια (γίνεται)”, για να μείνω σε δύο που γνωρίζω εκ των έσω.


~


Το κείμενο που έγραψα κατόπιν προσκλήσεως του καθηγητή Βασίλη Λαμπρόπουλου για την ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν (ΗΠΑ) περί ποίησης και εξέγερσης "Εξέγερση / Revolt".

Η φωτ. είναι δική μου, από την σειρά "Νέα Οικονομία", Αθήνα, Μάιος 2012 .

11.10.20

louise glück _ το άδειο γυαλί

 

Λουίζ Γκλυκ (γεν. 1943, Νομπέλ Λογοτεχνίας 2020)



ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΓΥΑΛΙ



Πολλά ζήτησα· πολλά έλαβα.

Πολλά ζήτησα· λίγα έλαβα, δεν έλαβα

σχεδόν τίποτα.


Και ανάμεσα; Κάτι ομπρέλλες ανοιγμένες μες στο σπίτι.

Ένα ζευγάρι παπούτσια στο τραπέζι της κουζίνας κατά λάθος.


Ω λάθος, λάθος – η φύση μου ήταν. Ήμουν

σκληρόκαρδη, απόμακρη. Ήμουν

εγωίστρια, άκαμπτη μέχρις τυραννίας.


Αλλά υπήρξα πάντα εκείνος ο άνθρωπος, ακόμα και στην πιο μικρή μου παιδική ηλικία.

Μικροκαμωμένη, με μαλλιά σκούρα, τ' άλλα παιδιά με τρέμαν.

Ποτέ δεν άλλαξα. Μες στο γυαλί, η αφηρημένη

παλίρροια της τύχης γύριζε

από πλημμυρίδα σε άμπωτη μες σε μια νύχτα.


Να 'ταν η θάλασσα; Αποκρινόμενη, ίσως,

σε ουράνια δύναμη; Για ασφάλεια,

προσευχόμουν. Προσπάθησα να γίνω καλύτερος άνθρωπος.

Σύντομα μού φάνηκε πως ό,τι άρχισε ως τρόμος

και ωρίμασε σε ηθικό ναρκισσισμό

θα μπορούσε ωστόσο να 'χει γίνει

πραγματική ανθρώπινη ανάπτυξη. Ίσως

αυτό να εννοούσαν οι φίλοι μου, παίρνοντάς μου το χέρι,

λέγοντάς μου πως καταλαβαίνουν

την κακοποίηση, τα απίστευτα σκατά που αποδεχόμουν,

υπονοώντας (κάποια φορά έτσι νόμισα) πως ήμουν λίγο άρρωστη

τόσα πολλά να δίνω, για τόσα λίγα.

Ενώ εννοούσαν πως ήμουν καλή (σφίγγοντάς μου με ένταση το χέρι) –

καλή, και φίλη και άνθρωπος, όχι πλάσμα για λύπηση.


Δεν ήμουν αξιοθρήνητη! Ήμουν γραμμένη με μεγάλα γράμματα,

σαν αγία ή βασίλισσα.


Όπως και να 'χει, τροφή για εικασίες ενδιαφέρουσες, όλα αυτά.

Και συνειδητοποιώ ότι το κρίσιμο είναι να πιστεύεις

στον κόπο, να πιστεύεις ότι κάτι καλό θα βγει αν απλώς προσπαθήσεις,

ένα καλό εντελώς ασπίλωτο από την διεφθαρμένη αφετηριακή παρόρμηση

να πείσεις ή να γοητεύσεις –


Δίχως αυτό, τι είμαστε;

Μια περιδίνηση στο μαύρο σύμπαν,

μόνοι, φοβισμένοι, αδύναμοι να επηρεάσουμε την μοίρα –


Τι έχουμε, αλήθεια;

Θλιβερά τεχνάσματα με σκάλες και παπούτσια,

κόλπα με αλάτι, δοκιμές επαναλαμβανόμενες, με ανάμεικτα κίνητρα,

να φτιάξουμε χαρακτήρα.

Τι έχουμε για να εξευμενίσουμε τις ισχυρές δυνάμεις;


Και νομίζω εντέλει αυτή ήταν η ερώτηση

που κατέστρεψε τον Αγαμέμνονα, εκεί στην ακτή,

με τα πλοία των Ελλήνων έτοιμα, την θάλασσα

αόρατη πέρα από το γαλήνιο αγκυροβόλι, το μέλλον

θανατηφόρο, ασταθές: ανόητος ήταν, που σκεφτόταν

ότι γινόταν να το ορίσεις. Έπρεπε να είχε πει

Δεν έχω τίποτα, είμαι στο έλεός σου.


από τις Επτά Εποχές (The Ecco Press, 2001) / https://www.poetryfoundation.org/poems/49618/the-empty-glass


μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης


*

To ποίημα αυτό άρεσε στον Ηλία Κανέλλη, ο οποίος και μου το επεσήμανε.


1.7.20

7 βιβλία για το καλοκαίρι 2020












ΠΟΙΗΣΗ

 

~ Χάρης Γαρουνιάτης, Ροσινιόλ, εκδ. Αντίποδες, 2019, σελ. 55

“Συχνά σε ονειρεύτηκα [] να ανεβαίνεις πιο ψηλά απ' τη θέλησή μου [] για να μου ανοίξεις την πόρτα προς τον κήπο όπου τρέμω να βρεθώ”. Το εύρος της θεματολογίας του πρώτου, λίαν ευπρόσδεκτου βιβλίου του Χ.Γ. είναι μόνο μία από τις αρετές του: γιατί δεν γίνεται με όρους επίδειξης γνώσεων, και γιατί αποτελεί το έδαφος ανάπτυξης των άλλων δύο. Ευπρόσδεκτη και σπάνια, και η δεύτερη: η απουσία γλιστερού λυρισμού. “Ανάμεσά μας η ασθένεια σαν μια εκκεντρική // μορφή υγείας, όπως ανάμεσα σε δυο τραγούδια / μια διαφήμιση”. Μα τρίτη και σημαντικότερη: η παρουσία μιας ήδη ευδιάκριτης ποιητικής σκέψης, όπου πουλιά και συναφείς έννοιες (η φωνή στις διάφορες εκφάνσεις της, ο αέρας κι ο ουρανός, ...) κυριαρχούν: “Ζούμε σαν τραγούδια στον αέρα των διαμερισμάτων”. – Π.Ι.

 

~ Φοίβη Γιαννίση, Χίμαιρα, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 185

“Ας έρθει να με βρει το απρόσμενο. Ένας άνεμος. / Κανείς δεν θα μπορέσει να πει με λέξεις / από πού πέρασε. / Μονάχα το μυρίζει.” Ποιήματα πότε λάμποντα και πότε στοχαστικά· τεκμήρια ανθρωπολογικής έρευνας της ίδιας της Φ.Γ. πλάι σε Βλάχους βοσκούς της Θεσσαλίας· λήμματα από την ευρεία αναδίφηση αρχείων και γραμματείας (αρχαίας και νέας, ελληνικής και ξένης): για την λέξη “χίμαιρα” (που σημαίνει και αίγα, κατσίκα), αλλά και για την νομαδικότητα, την ζωή των βοσκών, την διαπάλη μεταξύ θηλυκού και αρσενικού, ανθρώπου και ζώου· καταστρώνουν μια ποιητική μελέτη τανυσμένη ανάμεσα στους “Νόμους” (τους φυσικούς όρους) και την “Νομή” (τα πράγματα και το νόημα της ζωής με τα ζώα). “Τα λόγια είναι κλαδιά. / Ο τόπος αστράφτει μέσα στο χρόνο.” – Π.Ι.

 

~ Λένια Ζαφειροπούλου, Αίθουσα των χαμένων βημάτων – 26 ασκεπείς λυγμοί, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 50

“Πάνω από το κεφάλι μου περνά / η αστάθεια του καιρού”. Στο σημαντικό αυτό, τρίτο βιβλίο της, η Λ.Ζ., έχοντας διαβεί μέσα από την πολυτροπία (τον σκεδασμό, σχεδόν) του δεύτερου, εδραιώνει, διευρύνοντας και πλουτίζοντάς τες κατά τρόπο ζηλευτό, τις δυο αρετές που καθιστούσαν την πρώτη –βραβευμένη– εμφάνισή της ήδη αξιοπρόσεκτη: εικόνες, αφήγηση και ρητορική, έχοντας προ πολλού κατακτήσει την πύκνωση, ξεδιπλώνονται πλέον εντυπωσιακά, σχεδόν ξεδιάντροπα – τιθασευμένες όμως από έναν σπάνιας μαεστρίας έλεγχο όλων των ηχητικών ποιοτήτων του λόγου (ρυθμός και φθόγγοι). “΄Υστερα το παράθυρο θα ξεχαστεί ανοιχτό και θα φυσήξει ο τυχαίος αέρας”. Η μαρτυρική μορφή του Μαντελστάμ δίνει σκυτάλη θανάτου (και ανάστασης) σε τρεις άλλους Ποιητές διαδοχικά: στον Ορφέα, στον Λάζαρο, εντέλει στον Ιησού. “Πώς θα βουτήξεις κάθετα στην ανοιχτή πληγή του χρόνου;” – Π.Ι.

 

~ Στρατής Πασχάλης (επιλογή-επιμέλεια), Του έρωτα και της αγάπης, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 158

“Σαν όχλος σε πολιορκεί / σε πλησιάζει / Ο Έρωτας”. “Ποιήματα από τη Σαπφώ μέχρι τον Ρεμπώ”, ριμάρει τρυφερά παιγνιωδώς ο υπότιτλος αυτής της ανθολογίας του ποιητή και μεταφραστή Στρατή Πασχάλη (μόνο δύο μεταφράσεις είναι άλλων, επίσης εξαιρετικών ποιητών-μεταφραστών: του Παλαμά και του Καρυωτάκη). “Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι”, “Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει”. Πραγματικά διαλεγμένα ένα-ένα, εξήντα δύο ποιήματα και αποσπάσματα από το έργο 39 ποιητών, Ελλήνων και ξένων, συν κάποια Δημοτικά, συνθέτουν αυτήν την δέσμη της οποίας ο καλλιτεχνικός σχεδιασμός (Βάσω Αβραμοπούλου / A4 Art Design) πρέπει επίσης να επαινεθεί. “Και το παράξενο / φως του έρωτός μου”, “Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλια κατεβαίνει, / κι από τα χείλια στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει”. – Π.Ι.













ΔΟΚΙΜΙΟ


~ M. Klein, D.W. Winnicott, F. Fromm-Reichmann, C.R. Long, G.J. Gargiulo, J.R. Averill, Η μοναξιά – ως πάθηση και ως ικανότητα, μετάφραση: Ροζαλί Σινοπούλου, Αλεξάνδρεια, 167 σελ.

Η μοναξιά, η μοναχικότητα – και ποιαν/ον δεν ενδιαφέρει το θέμα;! Ο τόμος αυτός –πρώτος στην σειρά “Σφίγγα” των εκδόσεων “Αλεξάνδρεια”– την διερευνά, με την βοήθεια δοκιμίων από λαμπρές πέννες, ως ψυχικό, πνευματικό, και κοινωνικό φαινόμενο. Ο Βρετανός ψυχαναλυτής Ντ.Γ. Γουίννικοττ (του οποίου η σημασία ολοένα αναγνωρίζεται περισσότερο, και δικαίως) την θεωρεί “ένα από τα πιο σημαντικά σημάδια ωριμότητας στην συναισθηματική ανάπτυξη”. Οι Λονγκ και Άβεριλ εκτιμούν πως “από μια ευρεία, κοινωνική προοπτική [], τα οφέλη της μοναχικότητας συχνά υπερκεράζουν τις ζημίες της”. Και αυτή η θαυμάσια συναγωγή κειμένων κλείνει με την φράση του Τζ.Τζ. Γκαρτζιούλο: “Η απόλυτη μοναχικότητα των απεριόριστων δυνατοτήτων [] είναι ένα δώρο της φύσης που αργήσαμε να αναγνωρίσουμε”. – Π.Ι.

 

~ Σούνμιο Μάζουνο, Ζεν – ή η τέχνη της απλής ζωής, μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, σκίτσα: Harriet Lee-Merrion, Πατάκη, 223 σελ.

Θυμίζει εγχειρίδιο αυτοβελτίωσης (και είναι και αυτό) – μα οι (μία ανά δισέλιδο) “100 πρακτικές συμβουλές για μια ήρεμη και χαρούμενη ζωή” προέρχονται από τον αρχιερέα του ναού Κένκο-Τζι στην Ιαπωνία, που είναι συγχρόνως και ξακουστός αρχιτέκτων κήπων: μία από τις τέχνες που έχουν επηρεαστεί δραστικά από τον Βουδισμό Ζεν. Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, το βιβλίο κάνει μια ευρεία και περιεκτική ξενάγηση στις αρχές και τις πρακτικές του Ζεν, παρουσιάζοντάς τες εντέλει με την μορφή απλών συστάσεων για μικρές μεταβολές στην καθημερινότητά μας: στάση απολύτως σύμφωνη προς το πνεύμα και την άσκηση του Ζεν. Εξίσου χαρακτηριστικό (και μάλλον όχι τυχαίο) είναι το γεγονός πως η εναρκτήρια παραίνεση είναι “Βρείτε χρόνο για το τίποτα”, και η τελευταία, “Αξιοποιήστε τη ζωή στο έπακρο” – ένα και το αυτό. – Π.Ι.

 

~ recto / verso, τ. 2, Φθινόπωρο 2019, 199 σελ.

Το “εξαμηνιαίο περιοδικό δοκιμιακού λόγου”, στο δεύτερο τεύχος του, διευρύνει το πεδίο του προσεκτικά και σοφά, για να συμπεριλάβει, πέρα από 'καθαρόαιμα' (αν μπορεί να ισχύσει ο χαρακτηρισμός, για ένα τόσο πρωτεϊκό είδος) δοκίμια (όπως, μεταξύ άλλων, τις “Σχέσεις μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής” του Γουάλλας Στήβενς, σε μετάφραση του Ορφέα Απέργη), μια σύντομη ιδιοσυγκρασιακή νεκρολογία από τον Βικτόρ Ουγκό· δύο μονόπρακτα του Μπέκεττ μεταφρασμένα από τον Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο (το ένα, μαζί με την Ανθή Λεούση) και πλαισιωμένα από ένα “Μεταφραστικό σημείωμα” του ίδιου και ένα κείμενο του Πιερ Μισόν για τον Μπέκεττ· και επιστολές του Σεζάνν (σε μετάφραση του διευθυντή του περιοδικού, Δημήτρυ-Χρυσού Τομαρά) με εισαγωγικά κείμενα των Ρόμπερτ Γκόλντγουωτερ και Μάρκο Τρέβες. Ακριβή ύλη, σε ένα έντυπο αρμόζοντος σχεδιασμού. – Π.Ι.


[Aπό το τ. Ιουλ.-Αυγ. 2020 τού "The Books' Journal"]

17.4.20

jane hirshfield _ τίποτε απ' αυτά δεν χρειαζόταν να συμβεί



























[δημοσιευμένο στο "Βιβλιοδρόμιο" των "Νέων", Μ. Παρασκευή 17 Απριλίου 2020 - https://www.tanea.gr/2020/04/18/lifearts/by-the-book/tipote-ap-ayta-den-xreiazotan-na-symvei/]

επιμέλεια: Δημήτρης Δουλγερίδης

Tο ερέθισμα πρέπει να πιστωθεί εξαρχής στον Παναγιώτη Ιωαννίδη, που τη σύστησε στο «Βιβλιοδρόμιο». Οχι μόνο ως μεταφραστής της, αλλά και ως ευαίσθητος δέκτης της ποίησης που γράφεται σήμερα. Δεν του το είπα όταν μου έστειλε τους πρώτους στίχους της Τζέιν Χέρσφιλντ - «έχω μια στοίβα χαρτί/ μια θήκη μελάνι» -, αλλά η εσωτερική μηχανή αναζήτησης είχε ξεκινήσει ήδη τις εκτροπές από την κανονική τροχιά. Θυμήθηκα αυτομάτως τον στίχο του Σεφέρη «το χαρτί σκληρός καθρέφτης», για να ενώσει - τάχα - δύο στιγμές από την ίδια οικουμενική αγωνία της ποιητικής γραφής. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Κι ύστερα πιάστηκα από ορισμένες λέξεις μέσα στα πέντε ποιήματα που μετέφρασε για να σχηματίσω στα τυφλά μια διαδρομή ως τη Χέρσφιλντ: «αλυσοδένει» (σίγουρα αυτό το ρήμα), «ελαφίνα», «να μην πουν», «διαβάσαμε, ψάλλαμε και κάηκε», «ερωδιός», «Μπαχ», «Σβάλμπαρντ». Προφανώς δεν είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για να φτάσεις στην πηγή. Πώς μπορείς να «μάθεις» την ποιήτρια αν δεν βιώσεις τα ποιήματά της ως εμπειρίες; Φαίνεται, άλλωστε, πως μια αντίστοιχη ιδέα είναι κεντρική στην τέχνη, αλλά και τη δοκιμιογραφία της. Στο Hiddenness, uncertainty, surprise (Newcastle / Bloodaxe Poetry Lectures, 2008) ανατρέχει από τον Ομηρο ώς τον Καβάφη, τον Ρόμπερτ Φροστ, τον Οντεν κ.ά., για να καθαρίσει με το πινελάκι το χώμα από τρεις ποιητικές «ενέργειες»: την κρυπτικότητα («δεν υπάρχει παράδεισος που δεν κρύβει μέσα του το άγνωστο»), την αβεβαιότητα («εάν σκοπός της ποίησης είναι να μεγεθύνει την ανθρωπιά μέσα μας, τότε πρέπει να είναι και η ίδια αβέβαιη»), την έκπληξη («τα ποιήματα που διαρκούν είναι εκείνα που δεν χάνουν τη δύναμη να εκπλήσσουν»). 

Μέχρι να φτάσει στη συλλογή Ledger (Knopf Doubleday και Bloodaxe Books, 2020), απ' όπου ο Π. Ιωαννίδης μετέφρασε πέντε ποιήματα ειδικά για το «Βιβλιοδρόμιο», η 68χρονη Νεοϋορκέζα Τζέιν Χέρσφιλντ έχει κερδίσει μια θέση με αξιώσεις στη σύγχρονη αμερικανική ποίηση. Εχει εκδώσει άλλες οκτώ συλλογές, εκ των οποίων το Given sugar, given salt (2001) είχε φτάσει στην τελική πεντάδα για το Εθνικό Βραβείο Κριτικής (ΗΠΑ), το After (2006) ήταν υποψήφιο για το Βραβείο T.S. Eliot (Μ. Βρετανία) και το «Come, thief» (2011) για το Βραβείο PEN USA. Η ποιητική έμπνευση, εξάλλου, η αγωνία μπροστά στον αυτοσχεδιασμό, η γεωμετρία της γλώσσας, οι μεταφυσικές εικόνες την απασχολούν και στα δοκίμια που εξέδωσε, στο Nine gates: entering the mind of poetry και το Ten windows: how great poems transform the world

Όσο περιορισμένη και αν είναι η πρόσληψη από τα πέντε ποιήματα που δημοσιεύονται σήμερα, ο αναγνώστης μπορεί να περάσει στη μεγάλη εικόνα: τον ανθρώπινο κόσμο που μέσα στα ποιήματα της Χέρσφιλντ είναι αναπόσπαστο κομμάτι του φυσικού (δύσκολα λογοκρίνει κανείς εδώ μια σκέψη για την καταγωγική έμπνευση από τον Γουόλτ Γουίτμαν)· το ενδιαφέρον της για τη βιολογία και την «ενσυναίσθηση» για το φυσικό περιβάλλον που πληγώνουμε (στο «Ω, σαλίγκαρε» ειδικά ο έλληνας αναγνώστης θα αναγνωρίσει την αναφορά στο Μάτι και την προπέρσινη πυρκαγιά)· το αίσθημα αβεβαιότητας απέναντι στις φάρσες της ύπαρξης· τον μινιμαλισμό ως δόκιμο ύφος για να αποδοθεί η αναμέτρηση με το άγνωστο. 

Ακολουθεί ένα κείμενο της Τζέιν Χέρσφιλντ, βασισμένο στην ηλεκτρονική αλληλογραφία της με τον Παναγιώτη Ιωαννίδη, γραμμένο για να συνοδεύσει τις εδώ δημοσιευόμενες μεταφράσεις:

Οι άνθρωποι, στις κρίσεις και τις μεταβάσεις, διψούν για ποιήματα. Ποτέ δεν ανέμενα να γίνω ποιήτρια της δημόσιας στιγμής – αλλά τα τελευταία χρόνια, συμβαίνει όλο και περισσότερο. Η εφημερίδα του Σαν Φρανσίσκο μού ζήτησε κάτι περί αυτοπροστασίας κατ' οίκον, όπως το λέμε εδώ – ευτυχώς, είχα ήδη γράψει ένα ποίημα, μιας και δεν μπορώ καθόλου να γράφω κατά παραγγελίαν. Το δημοσίευσαν κατευθείαν, κι αμέσως ταξίδεψε πολύ και μακρυά, με τον τρόπο που σήμερα γίνεται. Μου συνέβη και διάφορα άλλα ποιήματά μου να γίνουν viral (νομίζω χρειαζόμαστε έναν άλλο όρο γι' αυτό, τώρα δα), απ' όταν άρχισε η παρούσα πανδημία. Ποιήματα γραμμένα για έναν λόγο, ξαφνικά μιλούν μες σε μιαν ολωσδιόλου άλλη περίσταση. Το ποίημα που ανοίγει το καινούργιο βιβλίο, το Κατάστιχο, “Να μην πουν”, δημοσιεύθηκε αρχικά ως ποίημα πολιτικού σχολιασμού την ημέρα της ορκωμοσίας του Προέδρου το 2017, και διαβάστηκε από σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα – μα το έγραψα πολύ νωρίτερα, το 2014, μόνο με την περιβαλλοντική καταστροφή κατά νου. Τώρα αυτό το ποίημα, αλλαγμένο πάλι, μιλά προς την πεισματική αδιαφορία για τον ερχομό της πανδημίας από τις 'κυβερνήσεις', την δική μου και άλλων.

Ζούμε, έτσι νιώθω, σε τρεις κόσμους τώρα – τον παλιό, τάχα-μου-κόσμο, που συνεχίζει όσο μπορεί και είναι ανάγκη. Σ' αυτόν τον κόσμο, ένα βιβλίο μου μόλις εκδόθηκε, ακριβώς μέσα στο μάτι του κυκλώνα των ειδήσεων και του κόσμου, και συνεχίζω να κάνω πράγματα γύρω απ' αυτό, αν και όχι τις δεκάδες δημόσιες συγκεντρώσεις που υπήρχαν στο ημερολόγιό μου. Ύστερα είναι ο τρέχων, τούτη τη στιγμή, ως-έχει-κόσμος, όπου μένω σε απόσταση από τους άλλους, στο μικρό σπιτάκι μου στην εξοχή, με τα πολλά παράθυρα, καταμεσής του ανθισμένου κήπου του, παίρνω τα ψώνια κάθε δυο βδομάδες, και παρακολουθώ τις ειδήσεις για αναρίθμητες τραγωδιίες ανθρώπων για τους οποίους αυτό δεν είναι ειδήσεις που “ακούς” ή “παρακολουθείς”... Κι ύστερα είναι ο κι-αν-κόσμος, αυτός που έρχεται, μα που δεν μπορούμε ακόνα να διακρίνουμε, στον οποίον τα πάντα θα έχουν αλλάξει από αυτό – αλλά πώς;

Για μένα, αυτές οι εβδομάδες, μέχρι στιγμής, έχουν υπάρξει καιρός της μετάβασης.

Για πολλούς ανθρώπους, το πιο δύσκολο πράγμα, λένε, είναι ότι νιώθουν ανήμποροι. Αν τα ποιήματά μου μπορούν να βοηθήσουν κάποιον άλλον άνθρωπο, να δράσουν ως σύντροφος ή παρηγοριά, αυτό βοηθά εμένα. Σε τούτον τον καιρό της απόστασης, οι λέξεις ταξιδεύουν ανάμεσά μας, ανάμεσα σε τόπους και χρόνους, όπως έκαναν πάντα, οικείες και άμεσες σαν το άγγιγμα από το χέρι του εραστή στο δέρμα. Τα ποιήματα υπερβαίνουν την απόσταση. Την διαψεύδουν. Φέρουν εντός τους την υπόσχεση και την πραγματικότητα της εμμένουσας σύνδεσης – του ενός με τον άλλον, και με όλους τους πέραν-του-ανθρώπου γείτονές μας σ' αυτόν τον εύθραυστο πλανήτη.”


*

Πέντε ποιήματα από το βιβλίο της Κατάστιχο (Knopf Doubleday και Bloodaxe Books, 2020)


MΙΑ ΣΤΟΙΒΑ ΧΑΡΤΙ

Έχω μια στοίβα χαρτί
μια θήκη μελάνι,

αμύγδαλα,
καφέ,
ένα φουλάρι μάλλινο να με ζεσταίνει.

Ό,τι αλυσοδένει την ψυχή,
έχω φέρει εδώ.

Ό,τι απομακρύνει την καρδιά,
έχω φέρει εδώ.

Μια ελαφίνα κάθεται στα πισινά της
κι ανασηκώνεται να φτάσει ένα μήλο,

κι ας είναι τόσα μήλα πεσμένα στο χώμα.

*

ΝΑ ΜΗΝ ΠΟΥΝ

Να μην πουν: δεν το είδαμε.
Είδαμε.

Να μην πουν: δεν το ακούσαμε.
Ακούσαμε.

Να μην πουν: δεν το γεύτηκαν.
Φάγαμε, τρέμοντας.

Να μην πουν: δεν ειπώθηκε, ούτε και γράφτηκε.
Μιλήσαμε,
ήμασταν μάρτυρες με φωνές και με χέρια.

Να μην πουν: δεν έκαναν τίποτε.
Κάναμε όχι αρκετά.

Ας πουν, μιας και κάτι πρέπει να πούνε:

Κηροζίνη – μια ομορφιά.
Κάηκε.

Ας πουν πως καθήσαμε να μας ζεστάνει,
στο φως της διαβάσαμε, ψάλλαμε,
και κάηκε.

*

ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΤΟΝ ΚΟΛΠΟ ΤΟΥ ΜΕΞΙΚΟΥ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΑΟΡΑΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ

Ούτε ένα απ' αυτά δεν χρειαζόταν να συμβεί.
Ούτε η Φλόριντα. Ούτε το ράμφος του ερωδιού. Ούτε το νερό.
Ούτε το αδειανό σώμα του λίμουλου, ούτε κι ο αστερίας που ζει.
Η εξέλιξη μπορεί να είχε στρίψει στη γωνία αριστερά και να 'χε πάρει άλλον δρόμο εντελώς.
Ο αστεροειδής μπορεί να είχε αστοχήσει.
Οι φλέβες του ασβεστόλιθου δεν ήταν ανάγκη να είναι ευαίσθητες στην άμμο και στις αβικέννιες.
Το ραδιόφωνο μπορεί να είχε βρει άλλη μουσική.
Οι γοφοί ενός άντρα και οι γοφοί ενός άλλου μπορεί να είχαν σταθεί πλάι πλάι
σε ένα λεωφορείο στο Αλέππο και να είχαν αλληλοαναγνωρισθεί ως αδελφοί από καιρό χαμένοι.
Το κλειδί μπορεί να είχε σπάσει μες στην κλειδαριά και το κουτί με τα καρφιά να αρνιόταν το καπάκι του.
Εγώ μπορεί να ήμουν το ψάρι που κατάπιε ο πελεκάνος.
Εσύ μπορεί να έκανες σαν το φεγγάρι που δεν έλεγε να δύσει, ώρες αφού νομίζαμε πως θα έδυε,
ώρες αφού ο ήλιος σκάλωνε μέσα στους χαμηλούς βοστρύχους των κυμάτων που έσκαγαν
υπό γωνία ορισμένη. Το φως μπορεί να μη φαγώνονταν ξανά από την μετατόπισή του.
Αν το αβάσταχτο δεν ήταν αβαρές μπορεί και να λυγίζαμε κάτω από τον πόνο
όσων δεν άλλαξαν ακόμη. Στην άλλη άκρη του κόσμου ένας άντρας τραβάει μια γυναίκα έξω απ' το νερό
– κι απ' το νερό, η υπερπλήρης βάρκα απ' όπου πήδησαν, χάθηκε εντελώς.
Απ' το νερό τραβάει έξω ένα παιδί, ύστερα άλλο. Και τα δυο ζουν και θα εξακολουθήσουνε να ζουν.
Αυτό δεν χρειαζόταν να συμβεί. Τίποτε απ' αυτά δεν χρειαζόταν να συμβεί.

*

ΤΩΡΑ ΦΤΑΝΕΙ ΣΚΟΤΑΔΙ

Κρατώ τη ζωή μου με δυο χέρια.
Περπατώ με δυο πόδια.
Δύο αυτιά αρκούν για να ακούς τον Μπαχ.

Αν τυφλωθεί απ' το ένα, ο άνθρωπος βλέπει με το άλλο μάτι.

Τώρα φτάνει μέγα σκοτάδι.
Και των δυο ματιών σκοτάδι.

Έχω ένα στόμα.
Κρατά δυο λέξεις.
Ναι, Όχι,
μέσα σ' όλες τις άλλες.

Ναι. Όχι. Όχι. Ναι.

Λέω ναι σ' αυτές τις λέξεις, ως οφείλω,
και επίσης τις αρνούμαι.

Τα δυο μου πόδια,
πλασμένα για να προχωρούν,
υπάκουα στο αδύνατον-να-ξέρεις και στο έτσι-πρέπει,
πατούν μες στον καιρό που φτάνει.

*

Ω ΣΑΛΙΓΚΑΡΕ

Κάτω απ' τους πάγους του Σβάλμπαρντ, φλέβες κάρβουνου από την Λιθανθρακοφόρο Εποχή.
Η καλή αγρότισσα εναλλάσσει τα σπαρτά της.
Δεν παραπονιούνται τα σπαρτά. Είναι η μοίρα μίσχων και δασών να εξαφανίζονται.
Πυρκαγιές πέρσι: Αυστραλία, Πορτογαλία, Ελλάδα. Φέτος: Καλιφόρνια.
Ω σαλίγκαρε, έγραψε ο Ίσσα, ανέβαινε το Φούτζι αργά, αργά.


μτφρ. ποιημάτων και κειμένου τής Τ.Χ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

[φωτ.: Erik Castro]




19.1.20

η αποτυχία και το κέφι
















Πορεύτηκα στη ζωή μου έχοντας την εξής κοσμοθεωρία: ακόμα και αν κάτι πηγαίνει στραβά, εγώ να το θεωρώ αστείο. [1]

Eκείνο που με ενδιαφέρει, που κέρδισα από αυτήν τη δουλειά, είναι ένα μεγάλο κέφι.
Ένα έργο, αν δεν μου αρέσει, το κάνω κάτι άλλο [..., ] καταργώντας κάτι που είναι καλό, και περιμένοντας μέσα από την καταστροφή -όπως συμβαίνει και στη ζωή πολλές φορές- να προκύψει ένα φως. 

Ποιος καλλιτέχνης που έκανε κάτι άξιο λόγου δεν παιδεύτηκε τελικά; Το παίδεμα έχει διαφορετικούς τρόπους. Άλλος παιδεύεται με το τσεκούρι, ο θερμοκέφαλος καλλιτέχνης [π.χ. ο Βαν Γκογκ], και άλλος με το ίδιο πάθος, με ένα νυστέρι [π.χ. ο Μοντριάν].
Πρέπει στην τέχνη να αποτυχαίνεις. [2]


Ευτυχώς, η ανθρωπότητα είναι ακόμα ζωντανή, παρά την ανοησία της. [1]

[1] Ο αρχιτέκτων και πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας στον Γιάννη Πανταζόπουλο ("LiFo", 16.i. 2020)
[2] Ο ζωγράφος Μάκης Θεοφυλακτόπουλος στην Μαριαλένα Σπυροπούλου ("Η Καθημερινή", 12.i.2020)

[η εικόνα, από έργο του Μ.Θ. στην τρέχουσα έκθεσή του στην γκαλλερί "Citronne" στην Αθήνα, σε επιμέλεια του Θεόφιλου Τραμπούλη.]

6.1.20

υπέρ μελαγχολίας

























ΥΠΕΡ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

του Alain de Botton [από το facebook, 5.i.2020 - πρόχειρη μτφρ.: Π.Ι]

Η μελαγχολία δεν είναι οργή ή πικρία, είναι ένα ευγενές είδος λύπης που αναδύεται όταν δεχόμαστε ως γεγονός την εγγενή δυσκολία της ζωής όλων, την οδύνη και την απογοήτευση ως πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι πάθηση που χρήζει θεραπείας - με καρδιά μαλακωμένη, ήρεμα και απαθώς, αναγνωρίζουμε πόσο πολύ πόνο πρέπει αναποφεύκτως να διασχίσουμε όλοι.

Η σύγχρονη κοινωνία τείνει να τονίζει το ανάλαφρο και το χαρούμενο. Δεν ανέχεται τις μελαγχολικές καταστάσεις, κι επιθυμεί είτε να τις ιατρικοποιήσει -και συνεπώς να τις 'λύσει'- είτε ολωσδιόλου να τους αρνηθεί την νομιμότητά τους. Η μελαγχολία συνδέει τον πόνο με την σοφία και την ομορφιά. Απορρέει από μια δίκαιη συνειδητοποίηση της τραγικής δομής κάθε ζωής. Μπορούμε, στις μελαγχολικές καταστάσεις, να καταλάβουμε δίχως μανία ή συναισθηματισμό, πως κανένας δεν καταλαβαίνει κανέναν, πως η μοναξιά είναι οικουμενική και πως κάθε ζωή έχει πλήρες μερίδιο στην ντροπή και την θλίψη. Η σοφία της μελαγχολικής στάσης (εν αντιθέσει προς την πικραμένη ή την θυμωμένη) έγκειται στην κατανόηση ότι δεν αποτελούμε εξαιρέσεις, η οδύνη μας ανήκει στην ανθρωπότητα εν γένει. H μελαγχολία έχει ένα άρωμα απρόσωπης αντιμετώπισης της οδύνης. Είναι γεμάτη από έλεος για την ανθρώπινη συνθήκη. Υπάρχουν μελαγχολικά τοπία και μελαγχολικά μουσικά κομμάτια, μελαγχολικά ποιήματα και μελαγχολικές ώρες της μέρας. Σε αυτά, βρίσκουμε την ηχώ του δικού μας άλγους, που μας επιστρέφεται χωρίς κάποιες από τις προσωπικές συνδέσεις που, όταν μας πρωτοχτύπησε, το έκαναν ιδιαιτέρως μαρτυρικό. Αποστολή της κουλτούρας είναι να τρέπει την λυσσαλέα οργή και την τρελλή χαρά σε μελαγχολία. Όσο περισσότερο ικανή για μελαγχολία είναι μια κουλτούρα, τόσο λιγότερο τα μέλη της χρειάζεται να νοιώθουν κατατρεγμένα από τις αποτυχίες τους, τις χαμένες ψευδαισθήσεις τους και τις τύψεις τους. Η μελαγχολία -όταν μπορούμε να την μοιραστούμε- είναι η αρχή της φιλίας.

1.1.20

κατερίνα ηλιοπούλου _ "δεν είναι ακόμα"


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Δεν είναι ακόμα», σημαίνει επίσης: «Είναι συνεχώς».

 

Κατερίνα Ηλιοπούλου, Δεν είναι ακόμα, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2019, σελ. 72

 

Κάθε βιβλίο της Κ.Η. έχει μια λελογισμένη δομή: κανένα από τα τέσσερα ώς τώρα ποιητικά της βιβλία δεν είναι απλά «συλλογή» – όλα είναι αρχιτεκτονημένα βιβλία ποίησης. Τι γυρεύει λοιπόν μια καλή ποιήτρια –και αναγνωρισμένη ως ποιήτρια– δημοσιεύοντας ένα βιβλίο με οκτώ σύντομα ή εκτενέστερα πεζά – «διηγήματα» κυρίως με την σύγχρονη, διευρυμένη έννοια; Ο κόσμος της και το βλέμμα της παραμένουν αναγνωρίσιμα:

-          Η αναζήτηση και η ανακάλυψη του εαυτού, εκ νέου και διαρκώς...

-          ... ως συνάρτηση του τόπου όπου θα βρεθεί αυτός ο εκάστοτε εαυτός...

-          ... και των συμπληρωματικών συντεταγμένων τις οποίες ορίζουν οι άνθρωποι με τους οποίους ανά πάσα στιγμή –από παλιά ή πιο πρόσφατα, επί μακρόν ή στιγμιαία– θα σχετισθεί. «Δεν είναι ακόμα», μπορεί επίσης να σημαίνει: «Είναι συνεχώς».

Αλλά μιας και, γι’ άλλη μια φορά, η δομή κι αυτού του βιβλίου καταφανώς δεν είναι τυχαία, δικαιούμαστε να αρχίσουμε από το τέλος, που μας αποκαλύπτει –ή κάνει πως αποκαλύπτει– την μέθοδο της Κ.Η.. Πρόκειται εν μέρει για μιαν αναφορά στον γαλλόφωνο Βέλγο συγγραφέα ποίησης και πεζών Ανρί Μισώ. Μα ωστόσο τα πλάγια στοιχεία είναι παραπλανητικά: μοιάζουν –θα μπορούσαν να είναι, αλλά δεν είναι– δικές του σκέψεις για την γλώσσα, το συμβάν, και την αλληλοδιαπλοκή τους· ανήκουν στην ίδια την συγγραφέα. Οι σκέψεις αυτές πλέκονται με την σειρά τους με ένα συμβάν που επινοείται και επανεπινοείται στην διάρκεια του κειμένου, για να οδηγήσει στην έξοδό του, και στην έξοδο του βιβλίου, καθώς δυο άγνωστες γυναίκες –μα που τις ένωσε, σ’ ένα απολύτως τετριμμένο περιβάλλον, ένα χαμόγελο που πυροδότησε μια σκέψη, κι αυτή μια παρομοίωση, κι η παρομοίωση μιαν ανάμνηση, κι η ανάμνηση μια πράξη (είμαστε πάντα μέσα στον χώρο της λογοτεχνίας (;))– ενωμένες πια και σωματικά, φεύγουν προς άγνωστη κατεύθυνση πάνω σ’ ένα μηχανάκι. Αφού έχουν πια αναγνωρίσει η μια την άλλη· προσδώσει υπόσταση η μια στην άλλη.

Καθώς αυτές εκδράμουν θριαμβικά, εμείς ας οπισθοχωρήσουμε μέσα στο κείμενο: Όλα τα συμβάντα συμβαίνουν μέσα στη γλώσσα. Όλα τα συμβάντα είναι συμβάντα επινοημένα. Λίγο πιο πριν: Τι κάνουν οι άνθρωποι μπροστά σε μια κατάσταση που υπερβαίνει τον λόγο; Μιλούν. Και πιο πριν: Η πραγματικότητα είναι πολτός, μόνο η φαντασία ξεχωρίζει και δημιουργεί γεγονότα – παίρνοντας την σκυτάλη από λίγες αράδες πιο πάνω: Η πραγματικότητα είναι μια αργόσυρτη στατιστική, εκθαμβωτική φράση που φωτίζει αυτήν που προηγήθηκε: Στο βαθμό που το μέλλον μάς είναι άγνωστο, το τι από τα χιλιάδες πράγματα που ζούμε καθημερινά θα αναδυθεί ως γεγονός, είναι εκείνο που θα επιλέξουμε να αφηγηθούμε.

Τι επιλέγει να αφηγηθεί η Κ.Η. σ’ αυτά τα οκτώ πεζά; Πάντα στιγμές, περιόδους ή διεργασίες τομής· αλλαγής υποστασιακής· ακόμα και επιφάνειας ή φώτισης, θα μπορούσαμε να πούμε. Που συμβαίνουν σ’ έναν ή περισσότερους ανθρώπους,  επειδή βρίσκονται σ’ έναν συγκεκριμένο τόπο.

Μόνο στο τελευταίο κείμενο, η εξω-ανθρώπινη συνιστώσα δεν είναι τόσο ο τόπος, όσο η κίνηση: από τον τόπο, στον δρόμο. Το τελευταίο κείμενο: η έξοδος από το βιβλίο, πίσω στη ζωή.

Ή η επανείσοδος στο βιβλίο, απ’ την αρχή, μ’ εμπλουτισμένο, πιο έμπειρο βλέμμα. Που μας επιτρέπει να περιγράψουμε την συνάρτηση κάθε διηγήματος (όπου «Γ», γυναίκα, και «Α», άντρας):

8 = (2Γ + 1Α [ο Μισώ]) x κίνηση

7 = (2Γ + 1(μικρής ηλικίας)Α) x (καφέ κοντά σε σιδηροδρομικό σταθμό)

6 = (1Γ + 1Α) x (σιδηροδρομικός σταθμός)

5 = 2Γ x σπίτι

4 = (1Γ + [1Α) + (1Α] + 1Α) x (2 νυχτερινά κέντρα)

3 = (1Γ + 2Α) x (κήπος + σπίτι)

2 = (2Α + 2Γ) x βουνό

1 = (1Γ + 1Α) x πόλη

Αν σ’ αυτό το σχήμα με οδήγησε το ίδιο το βιβλίο –υποψιασμένον, ωστόσο, καθώς ήμουν, από την γνώση μου και του υπόλοιπου έργου της Κ.Η.–, κάποιες φράσεις στην αρχή του έκτου διηγήματος, «Το κόκκινο τραίνο», μοιάζουν να υποδεικνύουν επίσης το ίδιο σχήμα: Όπου είναι αυτός, θα είμαι κι εγώ [...] Όπου πήγαινε ήτανε τόπος.

Αυτήν την σχέση τόπου και ανθρώπων, αλλά και την προσπάθεια διαύγασής της δια της γραφής, μπορούμε να θεωρήσουμε πως σημαίνουν και δύο απομακρυσμένα, το ένα από το άλλο, χωρία του πέμπτου διηγήματος, «Jackson Rd.»:  υπήρχε μες στο δωμάτιο κάτι απροσδιόριστα αφόρητο, μια αίσθηση ότι ήταν ήδη εξαντλητικά κατοικημένο· και: Κι έτσι περιμένω. Γράφω στο σκοτάδι. Για να βγω στο φως, θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε εμείς.

Συνεχίζοντας τον ανάπλου προς την αρχή του βιβλίου, μπαίνουμε πια –αφήνοντας τα τέσσερα σύντομα κείμενα του δεύτερου μέρους όπου μας εισάγει το «Jackson Rd.» (που ανήκει στην λογοτεχνία του φανταστικού την οποία εγκαινίασε ο Πόου και υπηρέτησε ο Κορτάσαρ)– στο σώμα των τεσσάρων εκτενέστερων διηγημάτων: τέσσερις ιδιοφυείς συλλήψεις.

Στο τέταρτο, «Η φωτογραφία», ο αφηγητής ‘ξεχνά’ την παλιά του αγάπη που τόσο πρόσμενε σε μια συγκέντρωση παλαιών φίλων: αφού εκείνη βρεθεί δίπλα του, εκείνος στρέφεται και απορροφάται εξ ολοκλήρου στην εξιστόρηση του γέρου βιολιτζή της ταβέρνας. Έχοντας δεχθεί πως συνάντηση [...], τόπο[ς] της σύγκλισης [...] μάλλον δεν υπήρχε πια, νιώθει τη μέθη σαν μια μακρινή υπόσχεση που [τείνει] να συναντήσ[ει]. Το διήγημα τελειώνει αφού τελειώσει η εξιστόρηση της παλαιάς ιστορίας· η παρέα φεύγει, μα ο αφηγητής μένει λίγο ακόμα, συντροφιά με τον γέρο. Στο τέλος, χωρίς να μπορ[εί] να κάν[ει] αλλιώς, άρχισ[ε] να περπατ[ά] σ’ έναν ξένο κόσμο: έχει πια μάθει, έχει μπει στον κόσμο του πάθους, και όχι μόνον της μουσικής· έναν κόσμο που τον υπερβαίνει. Όπως η επιθυμία της γραφής υπερβαίνει την γραφή;

Το πάθος, ξέρουμε ήδη από το τρίτο διήγημα, την «Επιστροφή» (στον γενέθλιο τόπο απ’ όπου η αφηγήτρια δραπέτευσ[ε] στα δεκάξι, όπως κάποιος βγαίνει στην επιφάνεια του νερού λίγο πριν τελειώσει η αναπνοή), είναι το αντίθετο της μονολιθικότητας και του φανατισμού: το πάθος (για την τέχνη, για την ζωή) είναι τόσο ευρύ που μας κυκλώνει σαν τους ήχους αλησμόνητου κήπου της παιδικής ηλικίας, όπου κάθε τόσο κάτι [σπάει]. Η επιστροφή σε αυτόν τον κήπο είναι και ποθητή και αδύνατη· πατέρας και εραστής είναι και απαραίτητοι, και ξένοι· ο εαυτός διαφεύγει διαρκώς, αποσυντίθεται και επανορίζεται.

Η δολίως, υποδορίως συγκλονιστική «Νυφίτσα», το δεύτερο διήγημα, εκτυλίσσεται σαν σενάριο δεκαπέντε σκηνών (με διαλόγους ή χωρίς), που συμπληρώνονται από μία σκηνοθετική οδηγία στο τέλος, σχετικά με τους δύο κύριους ήρωες: τον γέρο και το παιδί. Μήπως και οι δύο δεν είναι, τελικά, νυφίτσα πιασμένη στο δόκανο, που, ελευθερωμένη, κοιτά τον ευεργέτη της στα μάτια, και τον δαγκώνει πριν να εξαφανιστεί;

Όπως προανέφερα, το βιβλίο κλείνει με μια ‘ομολογία μεθόδου’ και ‘γενεαλογίας’. Ανοίγει με μιαν ιστορία φιλίας μεταξύ της αφηγήτριας κι ενός άντρα, υπό τον πολυσήμαντο τίτλο «Lonely hunting». Ιστός της ιστορίας με το αριστοτεχνικό τέλος, είναι το διακύβευμα και η εξέλιξη της φιλίας τους. Όμως δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να υποθέσω –έχοντας πια διαβάσει όλο το βιβλίο– πως οι ακόλουθες διάσπαρτες φράσεις αφορούν το ήθος, την καταγωγή, και την πρακτική της γραφής της Κ.Η. – και, συγχρόνως, της τέχνης και της ζωής που αυτή θαυμάζει:

1.      Πανικόβλητος και ενθουσιασμένος.

2.      Αποκομμένη από τη στοργή του κόσμου.

3.      Σπαταλούσαμε [τον χρόνο] συστηματικά και χαρούμενα.

4.      Κατάσταση ερωτικής διαθεσιμότητας που εκδηλώνεται με περιπλάνηση χωρίς σκοπό.

5.      Ήταν κάτι επείγον, γυμνό.

6.      Δεν ήταν κάλεσμα, αλλά μια προσδοκία αναγνώρισης.

7.      Μια γλώσσα μέσα στη γλώσσα που μας επέτρεπε να αισθανόμαστε μοναδικοί, ταυτόχρονα ελκυστικοί και απόκληροι.

8.      Είναι σαν να χορταίνεις και να πεινάς ταυτόχρονα.

Αυτό σας εύχομαι να πάθετε κι εσείς, διαβάζοντας το βιβλίο.

 

[Δημοσιεύθηκε στο τ. 105, Ιαν. 2020, του "The Books' Journal"]