1.6.13

δεν έχω πολλήν πεποίθησιν περί της απολύτου αξίας ενός συμπεράσματος













Τον πρωτοδιάβασα παιδί: ακόμη θυμάμαι τη δίτομη έκδοση του Γ.Π. Σαββίδη να κυκλοφορεί στο σπίτι. Ευτυχώς, δηλαδή, οι πρώτες αναμνήσεις μου δεν προέρχονται από το σχολείο: είχα προλάβει να γνωρίσω από πριν όλα τα ποιήματά του, ακόμη και τα ώριμα «νεκρικά», φερειπείν. Έτσι, δεν αποθαρρύνθηκα από τον, ως επί το πλείστον, ηθικολογικό, ‘προτρεπτικό’ ή ενδεχομένως και –ας μου επιτραπεί ο όρος– ολίγον μελό Καβάφη που κυρίως μας πρότειναν τα αναγνωστικά: τον Καβάφη των «Κεριών» ή των «Γέρων», για παράδειγμα…

Το καλό με τον Καβάφη είναι ότι δεν υφίσταται πλέον το ερώτημα εάν ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα – ήταν, τελεία. Τούτου δοθέντος, αν είχε κανείς κέφι, θα μπορούσε ίσως και να προτείνει το εξής απλουστευτικό παίγνιο: θεωρώντας αυτόν και τον Σολωμό γεννήτορες της νεοελληνικής ποίησης, να εντοπίζει από τι ποσοστό του ενός και τι του άλλου ‘προκύπτει’ καθένας από τους Έλληνες ποιητές που έπονται. Αλλά, για να επιστρέψουμε στον Καβάφη, το ότι το ερώτημα «πόσο σημαντικός ήταν;» δεν υφίσταται πλέον,  μας δίνει το δικαίωμα και την ελευθερία να διαλέξουμε ο καθένας, είτε ως αναγνώστης, είτε και ως τεχνίτης, όσα μας ενδιαφέρουν ή και μας βοηθούν. Είναι πολύ σημαντικό το γεγονός ότι πλέον διαθέτουμε σε βιβλία, αφενός όλα τα ‘τελειωμένα’ του ποιήματα –αναγνωρισμένα, αποκηρυγμένα, ‘κρυμμένα’– και, αφετέρου, τα ‘ατελή’ – τα οποία, όπως εκδόθηκαν, κάθε άλλο παρά ατελή είναι. Αφήνω που και κάποια απ’ τα πεζά του μπορούμε σήμερα να τα διαβάσουμε ως ποιήματα – εννοώ, δηλαδή, πέρα από τα ποιητικά πεζά του: π.χ., αίφνης, το ‘δοκιμιακό’ «Το κοράλλιον υπό μυθολογικήν έποψιν». Ίσως να μας βοηθά σ’ αυτό ο αναδρομικός ‘φωτισμός’ του ελληνικού υπερρεαλισμού, αν όχι και μια κάποια μεταμοντερνιστική ‘ευρυχωρία’. Συνεπώς, μπορεί κανείς σήμερα να διατρέξει όλη την παραγωγή του Καβάφη και να φτιάξει την προσωπική του ανθολογία –η δική μου, για παράδειγμα, περιέχει καμμιά 65αριά ποιήματα–, και, αν το επιθυμεί, επειδή τόσα τεκμήρια της ποιητικής πορείας του Καβάφη είναι πια εμφανή, να μαθητεύσει κιόλας στην εξέλιξή του: στο πώς έγινε, δηλαδή, εντέλει, αυτός που σήμερα θεωρούμε «Καβάφη».

Για τους υπόλοιπους μεγάλους Έλληνες ποιητές, δεν είμαι βέβαιος ότι διαθέτουμε αποκηρυγμένα ποιήματά τους. Μπορούμε να διαβάσουμε νεανικά ποιήματα – αλλά, για παράδειγμα, η πρώτη εμφάνιση του Σεφέρη, η –ας την πούμε– λυρικότερη, είναι ήδη Σεφέρης ατόφιος. Ενώ στον Καβάφη, παρακολουθούμε αυτήν την δραστική αλλαγή τεχνοτροπίας, αλλά και την απομάκρυνση από τα κλισέ που τον βάραιναν στην νεότητά του.

Δεν είμαι φιλόλογος για να προσθέσω κάτι σε όσα έχουν εξαντλητικά ειπωθεί για την γλώσσα του Καβάφη. Αλλά βρίσκω ενδιαφέρον έως συγκινητικό να ανακαλύπτουμε και στα πεζά του την αγάπη του για την βυζαντινή ποίηση και τα δημοτικά τραγούδια, που εκείνη την εποχή τούς δίνεται για πρώτη φορά επαρκής φιλολογική προσοχή. Έτσι, κάποια πεζά του μοιάζουν να μας ενημερώνουν για τον όγκο μελέτης και προσωπικής εργασίας που υποστήριξαν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, το ποιητικό του έργο.

Όσον αφορά τα αντικειμενικά τεκμήρια της –ελληνικής και διεθνούς– απήχησής του, μπορούμε, νομίζω, με αρκετή ασφάλεια να εικάσουμε ότι η διάδοση των ποιημάτων του μέσω αναλύσεων και μεταφράσεων θα συνεχιστεί. Όσον αφορά, τώρα, πιθανούς υποκειμενικούς –προσωπικούς για τον κάθε αναγνώστη– λόγους για την απήχηση αυτή, τα θέματα των ποιημάτων του και η οικειότητα της φωνής του –αυτό που ο Ελύτης ατυχώς, νομίζω, προσπάθησε να του προσάψει ως “πεζολογία”– ίσως και να αρκούν για να την εξηγήσουν, αλλά και για να εγγυηθούν την διάρκειά της.

Φαντάζομαι ότι έναν δόκιμο μεταφραστή του Καβάφη, το γλωσσικό του ιδίωμα θα τον συναρπάζει την ίδια στιγμή που τον τρομοκρατεί: αυτό το μοναδικό χαρμάνι, που είναι λίγο καθαρεύουσα, λίγο καθομιλουμένη, κωνσταντινουπολίτικα, μια τζούρα αιγυπτιώτικα ελληνικά. Ένα, λοιπόν, αναπόφευκτο κριτήριο για την αξία μιας ξένης μετάφρασης δεν μπορεί παρά να είναι και η απόδοση μιας κάποιας γλωσσικής ‘παραξενιάς’, σε οιαδήποτε γλώσσα. Γνωρίζουμε, βέβαια, ότι στις αγγλικές και γαλλικές μεταφράσεις –των Κήλυ και Σέραρντ, και της Γιουρσενάρ, αντιστοίχως– που εν πολλοίς θεμελίωσαν την διεθνή δημοφιλία του Καβάφη, δεν υπήρξε τέτοια προσπάθεια μεταφοράς αυτής της ιδιοτυπίας, όσο μιας τίμιας απόδοσης του νοήματος.

Το πλεονέκτημα του Καβάφη είναι η πολυπρισματικότητά του, η οποία εμπλουτίζεται όσο σταδιακώς δημοσιεύονται τα κατάλοιπά του. Για παράδειγμα, έχουμε συνηθίσει να ακούμε –αν όχι κυρίως, πάντως πολύ συχνά– για την στοχαστικότητα και την περίσκεψη που τον χαρακτηρίζει. Αλλά μήπως θα ήταν χρήσιμο –και απολαυστικό– να αναζητήσουμε προσεκτικότερα και τον Καβάφη που «εσωτερικώς γελά και αστειεύεται πολύ»; Ή που «δεν έχει πολλήν πεποίθησιν περί της απολύτου αξίας ενός συμπεράσματος»; Ή τον Καβάφη του οποίου, όπως γράφει κάπου, η αγαπημένη εποχή είναι το καλοκαίρι – μια δήλωση τόσο αντίθετη με την εικόνα ενός ‘φθινοπωρινού’ Καβάφη του μισόφωτος, κλεισμένου σε μια κάμαρα. Ακόμα και η έννοια του παιχνιδιού θα μπορούσε να ταιριάξει σε πολλές πτυχές της ζωής και του έργου του: στον τρόπο που ανασυνέτασσε τα ‘φυλλάδιά’ του, π.χ., ή στο πώς επέλεγε ποια ποιήματα θα στείλει σε ποιον. Ευτυχώς, υπάρχουν, πλέον, πολλά δεδομένα διαθέσιμα που μας επιτρέπουν να διαμορφώσουμε τεκμηριωμένη μεν, προσωπική και αδιαμεσολάβητη δε, άποψη για το έργο του. Και να το απολαύσουμε ο καθείς κατά τον τρόπο του.

Για τον Καβάφη, λόγια που προέκυψαν κατά την διάρκεια μιάς συνομιλίας με τον Δημήτρη Δουλγερίδη, τον οποίο και ευχαριστώ. Αποσπάσματα δημοσιεύτηκαν στο σχετικό αφιέρωμα της εφημερίδας "Τα Νέα", την 1η Ιουνίου 2013.

[φωτ.: π.ι., v.2010]

22.5.13

τα ωραία έργα



















Η δασκάλα τόσων και τόσων σπουδαίων συνθετών του 20ου αιώνα, Nadia Boulanger, έλεγε στην μαθήτριά της, Thea Musgrave:

"Όταν ένας κοσμηματοποιός φτιάχνει ένα ωραίο κομμάτι, η μπροστινή πλευρά του πρέπει να 'ναι όμορφη. Αλλά όταν πρόκειται για αληθινά καλό κοσμηματοποιό, αν κοιτάξεις την πίσω πλευρά, είναι κι αυτή θαυμάσια."

[από το "BBC Music Magazine", τόμ. 21, τεύχ. 5, Φεβρ. 2013: σελ. 35 - φωτ.: π.ι., v.2013]

1.5.13

2 βιβλία ποίησης για την άνοιξη 2013

Αντωνία Γουναροπούλου-Τουρίκη, Το άστρο του Βορρά, Πανδώρα, 2010
Πρώτο βιβλίο μιας ποιήτριας που αποτολμά να στηριχτεί στην μουσικότητα ως στοιχείο δομής και όχι καλλωπισμού, ακόμα και στην εκτεταμένη σύνθεση ή το πεζόμορφο ποίημα. Ο θάνατος και η μνήμη κυριαρχούν: ακόμα και ο μέλλων χρόνος μοιάζει να καλεί μιαν αδύνατη επιστροφή. Σπανίως, κάποια επίθετα («μαραγκιασμένα», «κίβδηλη») ή η παράταξη ηχηρών λέξεων ( «οι αγωνιστές, οι σφαγείς κι οι διπλωμάτες») διαταράσσουν την καλοδουλεμένη ισορροπία. Συνηθέστερα, ένας ώριμος, αν και διόλου ‘της μόδας’, λυρισμός πλέκει αφήγηση και στοχασμό σε ευπρόσδεκτη ποιητική συνέργεια: «Το άστρο του Βορρά», «Υποδοχή» («Ακούγονταν θρήνοι, λέγαμε "άκουσε, άκου / τραγούδια που ντύνουν τον ερχομό", / κι όταν ξεκρίναμε τη μακριά εκείνη / πομπή, είπαμε "το κακό θά 'ναι, / το εξορίζουν". // Μας καλωσόρισαν δίχως μιλιά / αφήνοντας μπρος μας / το μικρό ξύλινο σπίτι που μας ετοίμαζαν, / το ξύλινο μακρόστενο σπίτι / φερμένο τελεσίδικα πάνω στους ώμους.»), «Τακ τακ», «Αναγγελία – ξανά», «Το πεύκο και ο φοίνικας» («Πήραν το πεύκο / και μού 'δωσαν φοίνικα – / μα δεν κουρνιάζουν στους φοίνικες / κοπάδι τα σπουργίτια, / δε στήνουνε δεντρόσπιτα γελώντας τα παιδιά / ούτε κρεμάνε κούνιες. // Εδώ δεν πρόσφερε ποτέ κανείς / ωραίο κι εύθραυστο κολιέ / από χλωρές πευκοβελόνες.»), «Η εκδίκηση».

Αθηνά Παπαδάκη, Με λύχνο και λύκους, Νέδα, 2010
Τριάντα έξι χρόνια μετά το πρώτο βιβλίο, ένα μέστωμα του ύφους προς ήδη υπεσχημένη κατεύθυνση. Πέντε ενότητες: η μεταφυσική ως διαρκές βάθος, πυκνωμένη εικονοποιία, αγάπη στους ‘ορισμούς’ (π.χ. «Αμείλικτος»). Την μεγαλύτερη δύναμη διαθέτουν τα ποιήματα που λιγότερο στηρίζονται σε ερωτήσεις, ‘εξηγήσεις’, γνωμικούς ή μονολεκτικούς καταληκτήριους στίχους. (Άραγε, το «Υψηλό αίτημα», δεν έχει ήδη διατυπωθεί: «Έλα λοιπόν, / πλησίασε αόρατο διαμάντι. / Χάραξε του προσώπου  / το νέο κύκλο. / Σχηματισμένο / από στενό περιβάλλον ονείρων», χωρίς τους στίχους που το κλείνουν: «απρόσιτο απ’ το κοινό. / Πέρα απ’ την ύβρη / Πέρα από την αγορά. / Να με.»;) Ανοιχτά πλέγματα ή σκοτεινές παραβολές, οι «Μεταλλάξεις» (« [...] Καθώς τα νεογνά διάπλατα / ανοίγουν τις σιαγόνες / ο λύχνος του στόματος ροδίζει. / Να, στον ουρανίσκο / ο σατανάς της πρώτης τροφής [...]»), «Η δίψα», η «Νεκρή φύση» («[...] Απάνω στα κατάφορτα καλάθια, το χέρι αναπαυότανε / βασιλικό και ρακένδυτο, / ανάμεσα σε χαμηλές φωτιές [...]»), «Τα παιδιά του χειμώνα», «Ο ερχόμενος», η «Μυητική γαλήνη», κρατούν μια δραστική πολυσημία. Το βιβλίο–όπου θα ευχόταν κανείς λιγότερα τυπογραφικά αβλεπτήματα– δεν εκδόθηκε από τους προγούμενους εκδότες τής ποιήτριας. Ακόμη μια ένδειξη για την στρέβλωση του ποιητικού εκδοτικού τοπίου των τελευταίων χρόνων; 


[δύο σύντομα κριτικά σημειώματα, από την στήλη "φακός" του εξαμηνιαίου περιοδιού "φάρμακο", τ. 1, άν.-καλ. 2013. φωτ.: π.ι., v. 2014]

28.12.12

in bello contra alaricum















ο μίλτος φραγκόπουλος γράφει για το δοκιμιακό έργο τού διπλωμάτη, συγγραφέα και κομβικού προσώπου στην αντίσταση κατά της δικτατορίας του 1967-1974, ρόδη ρούφου: "in bello contra alaricum", στο νέο τεύχος της "νέας εστίας"

διά μέσου αυτού, αντιγράφω ένα χωρίο από το δοκίμιο του ρούφου, "μεταμορφώσεις του αλάριχου", πρωτοδημοσιευμένο το 1963:

"Ίσως τελικά ο πολιτισμός, στην ύψιστη "αντιεντροπική" του πραγμάτωση -τη δυνατότητα ελεύθερης, συνειδητής, δημιουργικής ζωής- να προϋποθέτει κάποιαν αριστοτέλεια "μεσότητα": αφού ο Αλάριχος ελλοχεύει και στα δύο άκρα του φάσματος, με την προβιά του αναρχικού Κύκλωπα ή με την άσπρη μπλούζα του τεχνοκράτη, ο αγώνας εναντίον του είναι μια ακατάπαυστη σχοινοβασία που δεν απαιτεί μονάχα νηφάλια σκέψη, αλλά και "ποιητική", ανθρωπιστική διαίσθηση."

- και από ένα άλλο δοκίμιό του, "οι περιφρονητές του πλήθους", δημοσιευμένο το 1971:

"Η δημοκρατία είναι το νηφάλιο πολίτευμα που ταιριάζει στους ψυχικά ενήλικους ανθρώπους, σ' όσους δεν αποστρέφουν το πρόσωπο από την ευθύνη που συνεπάγονται η ελευθερία και η αυτονομία."

[στην φωτ., ο ρ.ρ.]

30.9.12

φιλιά στα χρόνια





















Στα ολόσγουρα που ορχιούνται σχοίνα
πάει κι έρχεται μιαν άσπρη αχτίνα.
Σε αλγεινά ξάστερη ατμοσφαίρα
ξεθύμαινε, ένα γύρο, η μέρα...

Τα δάχτυλα είναι ειρμός και τρίλλια,
μα η σάρκα -πόλεμος κι ωχρότης-
αυτή γυρίζει στον εαυτό της
να καταπιή το ευχαριστώ της.

Ώρες που πέρασαν και πάνε,
μια μια ξυπνάνε και μιλάνε.
Σημάδι το σημάδι βρίσκει:
χιόνια, νερά, των νερών ίσκιοι...

Μέσα απ' τους δρόμους κι απ' τα χρόνια,
αχ, πάμε για φιλιά στα χιόνια;

[cut-up με βάση το ποίημα του τέλλου άγρα, "για φιλιά στα χιόνια", από το βιβλίο του, "τριαντάφυλλα μιανής μέρας", που εκδόθηκε μετά τον θάνατό του από τον κώστα στεργιόπουλο. 
φωτ.: π.ι., 2009]

29.9.12

ο α. απορεί

Συγγνώμη, αλλά κάτι δεν πρέπει να γραφτεί στον κενό χώρο;
Πού θα οδηγήσουν όλα αυτά; Καλά, ας υποθέσουμε πως δεν οδηγούν πουθενά... αλλά πού στην ευχή θα οδηγήσουν;


- ο Τσέχοφ σε υστερόγραφο προς τον αδελφό του Αλέξανδρο, 8. xi.1882

[φωτ.: π.ι., vi.2012]

6.9.12

et un autre maître encore



















Ο μόνος τρόπος ν' αντιμετωπίσουμε έναν κόσμο χωρίς ελευθερία είναι να γίνουμε τόσο απόλυτα ελεύθεροι ώστε να κάνουμε την ίδια την ύπαρξή μας, πράξη εξέγερσης.

- Αλμπέρ Καμύ, Ο Εξεγερμένος Άνθρωπος

‎[νομίζω πως θα μπορούσε κανείς να αντικαταστήσει το ουσιαστικό "ελευθερία" και το επίθετο "ελεύθεροι", με "χ(ο)" και "χ(ε)", αντιστοίχως -όπου "χ(ο)" ό,τι νιώθει ότι [τού] λείπει απ' τον κόσμο- και την φράση "πράξη εξέγερσης" με την φράση "παράδειγμα χ(ο[στην γενική])" - και η πρόταση του καμύ να εξακολουθεί να διατηρεί την δύναμή της]

[μτφρ.: π.ι. / φωτ.: vi.2012, π.ι.]

2.9.12

the master


25.7.12

άντον και διονύσιος / μήτσος και στυλιανός










τα πρωινά -στην στάση, στο λεωφορείο- διαβάζω τον -ως συνήθως αριστουργηματικό- "τσέχωφ - περισσότερη ελευθερία" του μήτσου αλεξανδρόπουλου. τα βράδια, τον σολωμό στην έκδοση [1994] του αλεξίου

αίφνης νιώθω κάπως να συνομιλούν -μέσα μου τουλάχιστον- αυτοί οι δυό. ή αυτοί οι τέσσερις, ακριβέστερα


[φωτ.: π.ι., v.2012]

1.7.12

στην σκιά του













Το να επιχειρείς να μεταφράσεις ποίηση στον τόπο όπου οι ιερείς του Απόλλωνα μετέφραζαν τους ψιθύρους της Πυθίας σε πολύσημους στίχους, είναι άραγε καλή ιδέα – ή πρόκληση προς τον Μουσηγέτη Θεό;
Όπως και να ’χει, στο Ευρωπαϊκό Πολιτιστικό Κέντρο Δελφών, την περασμένη εβδομάδα, δοκιμάσαμε, και το ευχαριστηθήκαμε: μια ομάδα Ελλήνων ποιητών (ο Σωκράτης Καμπουρόπουλος και ο Βασίλης Μανουσάκης -συνδιοργανωτές του Εργαστηρίου-, η Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, η Δήμητρα Κωτούλα, ο Άρης Κουτούγκος, ο Άγγελος Παρθένης, η Κάλλια Παπαδάκη, ο Θανάσης Πολυζωίδης, και ο γράφων) και η μεταφράστρια Έλενα Σταγκουράκη, μετέφρασαν ποιήματα των αγγλόφωνων ποιητριών Μόιρα Ήγκαν, Αντριάννας Καλφοπούλου, Φιόνα Σάμσον, και Ελαίην Φάινσταϊν – και μεταφράστηκαν απ’ αυτές, καθώς και από τον μεταφραστή Ρίτσαρντ Πηρς. Τρεις μέρες σκληρής δουλειάς – χωρίς πλάκα: με καθημερινό ρυθμό ένα ποίημα ανά δύο ώρες, όταν έφτανε δύο το μεσημέρι, και παρά ένα καλό πρωινό στις εννιά, πεινούσα σαν λύκος. (Ας είναι καλά τα θεϊκά, σπιτικά φαγάκια τού «Βάκχου»!) Το απόγευμα ξανακοιτάγαμε τις μεταφράσεις (τσάμπα κουβάλησα τα μπανιερά, που μείναν στο αυτοκίνητο), ώστε ν’ αναγνωστούν το βράδυ, υπό τους φθίνοντες ήχους των τζιτζικιών, καθώς έσβηνε το φως.
Και την τετάρτη μέρα, οι κόποι μας παρουσιάστηκαν –μαζί με μεταφράσεις ποιημάτων του Μάικλ Σύμμονς Ρόμπερτς, που δεν κατάφερε να ’ρθει στους Δελφούς, καθώς και ποιημάτων Ελλήνων ποιητών που είχαν μεταφραστεί παλιότερα– στον κατάμεστο κήπο του πάντα φιλόξενου Athens Center, υπό την αιγίδα του British Council.
Ήταν παράξενη αίσθηση, και βαθύτατη ικανοποίηση, να νιώθεις σχέσεις να ανθίζουν μέσα από την ανταλλαγή των μοιρασμένων λέξεων, και την δουλειά πλάι πλάι – προσβλέπουμε και στο μέλλον.

[φωτ.: π.ι., 2006]

27.5.12

park łazienki



















Ο σκίουρος έχωνε τη μουσούδα του στο βρεγμένο γρασίδι
Η φουντωτή ουρά του ερέθιζε τα παγώνια
που τριγύριζαν κρώζοντας 
στα παρτέρια και στις βεράντες
Tα νύχια τους χτυπούσαν την πέτρα

Ο Πονιατόβσκι, ο τελευταίος βασιλιάς, έκανε ύπνο ανήσυχο
Στο διπλανό δωμάτιο αγρυπνούσε ο Ρυξ, ο έμπιστός του
Yπασπιστής, διαχειριστής, αργότερα ευγενής
-με θυρεό το Δαχτυλίδι-
ένας φτωχός κουρέας απ' τη Φλάνδρα σαν έφτανε στη Βαρσοβία

Το μικρό Παλάτι των Νερών έστεκε ανύποπτο σα γέφυρα στη λίμνη
- σε λίγα χρόνια η χώρα θα σχιζότανε στα τρία
σε καμμιά σαρανταπενταριά ακόμη, μιά νύχτα Νοεμβρίου
γρήγορα κι αθόρυβα θα πέρναγαν απ' τα πλακόστρωτα να φτάσουνε στο Mπελβεντέρε
ξεσηκωμένοι απ’ τον στρατώνα τους στην άλλη άκρη του Πάρκου
οι νεαροί επίλεκτοι του Ρώσου Αρχιδούκα Κωνσταντίνου
Εκείνος ντύθηκε γυναίκα ξέφυγε
μα άλλη μιά επανάσταση πνίγηκε στο ματωμένο Βασίλειο της Πολωνίας

Που θα έπαυε τέλος να υπάρχει μετά την επόμενη

Τριάντα τρία χρόνια αργότερα
οι γυναίκες ντύθηκαν στα μαύρα
πούλησαν κρύψαν τα κοσμήματα και φόρεσαν 
σιδερένιες αλυσίδες


["Το Πάρκο των Λουτρών", στην Βαρσοβία - ένα 'πολωνικό' ποίημα, στο αφιέρωμα "Ποιήματα με πολιτική ανάγνωση" του περιοδικού ".poema.."
Φωτ.: Π.Ι.., Łódź, iii.2010]

11.4.12

τρία ποιήματα για τις μέρες που 'ρχονται





















ΚΕΡΙ ΑΝΑΜΜΕΝΟ 

Τούτη την άνοιξη πρώτη μου φορά
κράτησα δυο κεριά στον Επιτάφιο
Εγώ που δεν πολυπιστεύω

Όμως εδώ και τρία χρόνια
ανάβω πάντα δυο κεράκια
στα πιο μικρά ξωκκλήσια

Επειδή λέμε η ψυχή τρεμοσβήνει
εγώ τα ανάβω με επίμονη αφέλεια
και προσδοκία πιστού

Ύστερα λέμε – έσβησε
Όμως ποτέ δε θα ξεχάσω
πώς άστραψε το πρόσωπό σου αυστηρό

όταν με είδες κάποια νύχτα να φυσάω
τη φλόγα του κεριού
Του παίρνεις την ψυχή. Ποτέ

να μην το σβήνεις έτσι. Πάντα
με σαλιωμένα δάχτυλα ν' αγγίζεις το φιτίλι
μες στο χέρι σου

μάζευε τη φλόγα μην 
τη σκορπάς στον αέρα
Από τότε προσέχω πάντα

χωρίς να εξηγώ κι ας με πειράζουν
για τούτη την παράξενη φροντίδα. Αξίζει
τον κόπο να βρέχεις τα δάχτυλα

τρυφερά να πιάνεις τη φλόγα
αξίζει τον κόπο
ο ελάχιστος κίνδυνος μήπως καεί

το διστακτικό δειλό σου χέρι
– μήπως σε κάψει μια ψυχή
που –προσωρινά– αποσύρεται


Όμως εχθές πριν κοιμηθώ ξεχάστηκα
φύσηξα τη φλόγα – ο τοίχος πάνω
από το παραπανίσιο μαξιλάρι πιτσιλίστηκε

λειωμένο κερί
Μ' έπιασε τότε ένα παράπονο
Λες ήταν άνθρωπος – και έφταιγα εγώ


[από Το σωσίβιο, Καστανιώτης, 2008, β'2009]






















ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ
  
Εκ των υστέρων όλα εξηγούνται
Γιατί όλοι αποκοιμήθηκαν
γιατί ο φίλος δείλιασε
γιατί θα είναι πάντα ένας άγνωστος
αυτός που τρυφερά θα εκτελεί
την τελευταία χειρονομία

Το σώμα κατεβαίνει
βαρύ απόκοσμο
Τσακίζουνε τα χέρια για να το αποθέσουν
στο άστρωτο σεντόνι

*

Αντικρίζοντας έχανα το πρόσωπο
Η εικόνα παύει η δύναμή της σκορπίζεται

Από τώρα κι ύστερα θραύσματα φαντασίας μόνο
θα δοκιμάζουν να την ανασυνθέσουν – μάταια
με υλικά που θα απέχουν πάντα απ’ το να είναι
ακριβώς τα κατάλληλα

Η εικόνα σπάζει – όμως επιτέλους
το σώμα θα αναπαυθεί
το σώμα που ένιωσε πολύ αργά τι είχε αναλάβει
για τι προοριζόταν σιωπηλά από την αρχή

Αφού αυτά έχουν ξανασυμβεί
Είναι απλώς μια επανάληψη
γνωστών κινήσεων αναπόφευκτης αλληλοδιαδοχής


The books' journal», τ. 8, Ιούνιος 2011 - πλέον στον Ακάλυπτο, εκδ. Καστανιώτη 2013]



















ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΟ


Άντρες βαστάζουν τις γωνιές
ημιανάπαυση
Ο σκύλος σκύβει πάνω απ’ τον αφέντη
η πέτρα σπασμένη πεταμένη
χάσκει σκοτεινή δροσιά

Κι οι τρεις μαζί κοιτάζονται
χαρμόσυνα φιλιούνται
στόμα με στόμα
Άνοιξη κι έφυγε


The books' journal», τ. 8, Ιούνιος 2011 - πλέον στον Ακάλυπτο, εκδ. Καστανιώτη 2013]

[φωτ.: π.ι., 2003-2006]