13.9.08

seamus heaney: 4 ποιήματα



Την Πέμπτη 5 Οκτωβρίου 1995, ανακοινώθηκε ότι το Νομπέλ Λογοτεχνίας θα απονέμονταν στον Ιρλανδό ποιητή Seamus Heaney – που εκείνη την στιγμή βρισκόταν στην Ελλάδα με τη γυναίκα του! Στην συνάντηση της ‘συντακτικής ομάδας’ του «αντί» θυμήθηκα πως είχα έτοιμα –μεταφρασμένα στον στρατό, δυό χρόνια πριν– κάποια ποιήματά του. Τα είχα καταπιαστεί σε κάποια στιγμή –ανάμεσα στον Gunn και τον Cocteau– αφενός γιά να ελέγξω την ικανότητά μου να αποδίδω τις διακριτές φωνές διαφορετικών ποιητών, και αφετέρου, ακόμα ειδικότερα, γιά να δω σε τι βαθμό ήταν δυνατόν να αναπαραγάγει κανείς –να ανασυστήσει, καλύτερα– την αιχμηρότητα της γλώσσας του Χήνυ, με τα απανωτά σύμφωνα των πολλών κελτικής καταγωγής λέξεών του. (Θυμάμαι πως μόνο αφού τον άκουσα να διαβάζει ποιήματά του στο βρετανικό ραδιόφωνο, περί το 1991, μπόρεσα να νιώσω πραγματικά και να παρακολουθήσω τον ρυθμό της ποίησής του – κάτι αντίστοιχο μου συνέβη και με την Δημουλά.) Τέλος πάντων, αποφασίστηκε να του αφιερωθεί ένα δισέλιδο, επέλεξα και ξαναδούλεψα τις μεταφράσεις που έκρινα ως επιτυχέστερες, σκάρωσα στα γρήγορα και μιά εισαγωγή, κι έτσι, την Παρασκευή 13 Οκτωβρίου [«αντί» Β' 588: 48-49], κάναμε, θαρρώ, ένα μικρούλι ‘scoop’ – of sorts! (Αργότερα, μετά την επίσκεψή του στην Ελλάδα το 1997, δημοσιεύτηκε και η τελευταία μετάφραση – «αντί», Β΄ 635, 23.05.1997.)



Καθαρτήριο
Ψαράδες στο Μπαλλυσσάννον
Πιάσαν στα δίχτυα τους ένα βρέφος
Χτες νύχτα, με το σολομό μαζί.
Ξώγαμο γέννημα,
Ένα μικράκι που το ρίξαν πίσω
Στα νερά. Αλλ' είμαι σίγουρος
Ότι καθώς στεκόταν στα ρηχά
Τρυφερά βυθίζοντάς τον
Ώσπου τα παγωμένα κότσια των καρπών της
Δεν τά 'νοιωθε πιά, χαλίκια,
Αυτός ήταν αθερίνα μ' αγκίστρια,
Την έσκιζε στα δυό.
Εκείνη έσυρε τα πόδια στο νερό
Κάτω απ' το σχήμα του σταυρού της.
Εκείνον τον τραβήξαν έξω με τα ψάρια.
Τώρα το καθαρτήριο θά 'ναι
Κρύο στραφτάλισμα ψυχών
Μέσα από μακρινή αρμύρας περιοχή.
Ακόμα κι οι παλάμες του Χριστού, πληγιασμένες,
Τσούζουν, και δεν μπορούν να ψαρέψουν εκεί πέρα.

[από το Ξεχειμωνιάζοντας, 1972]




Βορράς
Επέστρεψα σε μια μακριά ακτή,
πελεκητή καμπύλη ενός κόλπου,
και βρήκα μόνο να βροντά
η κοσμική εξουσία του Ατλαντικού.
Έστρεψα το κεφάλι στις πεζές
προσκλήσεις της Ισλανδίας,
τις θλιβερές αποικίες
της Γροιλανδίας, και ξάφνου
εκείνοι οι θρυλικοί επιδρομείς,
που κείτονταν στ' Όρκνεϋ και στο Δουβλίνο
κι αναμετριόνταν με τα μακριά
σπαθιά τους που σκουριάζαν,
'κείνοι που ήσαν μες στην συμπαγή
κοιλιά πέτρινων πλοίων,
'κείνοι που άστραφταν πετσοκομμένοι
μες στο χαλίκι ρυακιών που ξεπαγώσαν,
ήταν φωνές που τις εκούφαινε ο ωκεανός
και με προειδοποιούσαν, υψωμένες ξανά
με βία σ' επιφάνεια.
Του καραβιού η κολυμβήτρα γλώσσα
έπλεε με τη σκέψη τη στερνή –
έλεγε το σφυρί του Θωρ πως έπεφτε
πάνω στη γεωγραφία και την συναλλαγή,
βλαμμένα ζευγαρώματα και εκδικήσεις,
μίση και μαχαιρώματα πισώπλατα
μες στο συμβούλιο, ψεύδη και γυναίκες,
εξάντληση που την είπανε ειρήνη,
μνήμη που επωάζει το χυμένο αίμα.
Έλεγε, "Ξαπλώσου
στην μονιά των λέξεων, λαγούμι σκάψε
στο κουβάρι και την λάμψη
του αυλακωμένου σου μυαλού.
Σύνθεσε στο σκοτάδι.
Ανάμενε το βόρειο σέλας
στη μακριά εκστρατεία
αλλά όχι κάποιον καταρράκτη φωτός.
Κράτα το μάτι καθαρό
σαν τον κόμπο του σταλακτίτη,
εμπιστεύσου την αίσθηση όποιας χούφτας χρυσού
τα χέρια σου γνώρισαν".

[από τον Βορρά, 1975]




Το Νησί των Σταθμών, VII
Είχα φτάσει στην άκρη του νερού,
ησυχασμένος με το να κοιτάζω απλώς, χαζολογώντας
από πάνω του σαν να 'τανε διαυγές βαρόμετρο
ή καθρέφτης, όταν η αντανάκλασή του
δεν εμφανίσθηκε, αλλά ένοιωσα μια παρουσία
να εισέρχεται μες στην αυτοσυγκέντρωσή μου
που είχε σκοπό να μην συγκεντρωθώ καθώς εκείνος πρόφερε
το όνομά μου. Και παρότι απρόθυμος
έστρεψα ν' αντικρίσω το πρόσωπό του και ο κλονισμός
μπρος σ' ό,τι είδα ακόμα με κρατάει. Το μέτωπό του
έχασκε ανοιχτό πάνω απ' το μάτι και αίμα
είχε στεγνώσει πάνω στον λαιμό του και το μάγουλο. "Ηρέμησε",
είπε, "εγώ είμαι. Έχεις δει κι άλλους στα ίδια χάλια
μετά το γήπεδο… Τι ώρα ήταν
όταν με ξυπνήσαν ούτε τώρα ξέρω
αλλ' άκουσα να χτυπούνε, πάλι και πάλι, και
με τρόμαξε, όπως με το τηλέφωνο χαράματα,
και έτσι μού 'κοψε να μην ανάψω φως
μα να κοιτάξω πίσω απ' την κουρτίνα.
Είδα δυό πελάτες στο κατώφλι
κι ένα παλιό λαντρόβερ μ' ανοιχτές τις πόρτες
παρκαρισμένο έξω κι άφησα την κουρτίνα.
αλλά θα πρέπει να περίμεναν την κίνηση
γιατί φωνάξανε να κατεβώ στο μαγαζί.
Εκείνη άρχισε να κλαίει τότε, να κυλιέται στο κρεββάτι,
θρηνολογώντας θρήνους μοναχή της,
ούτε που ρωτούσε ποιός χτυπούσε. "Σου
έστριψε, τι σ' έπιασε;" γρύλλισα, πιό πολύ
για να συνέρθω εγώ παρά
από θυμό πραγματικό γιά 'κείνην
γιατί οι χτύποι με ταράζαν, έτσι όπως επέμεναν
και το κλαψούρισμα και οι πνιχτές στριγκλιές της τά 'καναν χειρότερα.
Φώναζαν συνεχώς, "Αφεντικό!
Αφεντικό!" φόρεσα τα παπούτσια μου λοιπον κι ένα σακάκι
και πήγα στο παράθυρο και φώναξα,
"Τι θέλετε; Γιά χαμηλώστε αυτόν το σαματά
αλλιώς δεν κατεβαίνω". "Ένα παιδί είν' άρρωστο.
Άνοιξε μήπως βρούμε τίποτα – χάπια
καμμιά σκόνη ή κανά σιρόπι".
ένας τους είπε. Κατέβηκε απ' το πεζοδρόμιο
κι είδα το πρόσωπό του μες στο φως του δρόμου
κι όταν κινήθηκε κι ο άλλος και τους δυό τους γνώρισα.
Αλλά όσο κι αν οι χτύποι ήσαν άσχημοι, η ησυχία
μού 'πεσε χειρότερη. Κι εκείνη είχε ησυχάσει
πλάγιαζε εντελώς ακίνητη, ψιθύριζε να προσέχω.
Στην πόρτα της κρεββατοκάμαρας άναψα το φως
"Παράξενο που δεν γυρέψαν φαρμακείο.
Όπως και νά 'χει ποιοί νά είναι τέτοια ώρα;"
με ρώτησε, με μάτια πεταγμένα έξω.
"Στο πρόσωπο τους ξέρω", είπα, αλλά κάτι
μ' έκανε να πιάσω να της σφίξω το χέρι πάνω απ' το κρεββάτι
προτού κατέβω κάτω στον διάδρομο
του μαγαζιού. Στεκόμουν εκεί πέρα, με γόνατα
που τρέμαν. Θυμάμαι την μπαγιατισμένη μυρουδιά
μαγειρεμένου κρέατος ή κάτι τέτοιο νά 'ρχεται απ' έξω
καθώς πήγα ν' ανοίξω. Από 'κεί και πέρα
ξέρω όσα ξέρεις."
"Δεν είπαν τίποτα;" "Τίποτα. Τι νά 'λεγαν;"
"Ήταν με στολή; Μάσκες δε φόραγαν καθόλου;"
"Είχαν το πρόσωπο γυμνό όπως τη μέρα,
αρχίδια που νομίζανε πως ήταν το άλφα και το ωμέγα."
"Όχι πως θα σε παρηγορήσω
αλλά τους πιάσαν", του είπα, "και φάγαν φυλακή".

[από Το Νησί των Σταθμών, 1984]



Φωτισμοί, viii
Λέγουν τα χρονικά: όταν οι μοναχοί του Κλόνμακνοϊζ
Όλοι προσεύχονταν μέσα στο παρεκκλήσι
Φάνηκε πλοίο πάνω τους μες στον αέρα.
Η άγκυρα σερνόταν πίσω του τόσο βαθειά
Που αγκιστρώθηκε στου ιερού το κιγκλίδωμα
Και τότε, σαν το τρανό σκαρί τραντάχτηκε φερμάροντας,
Ένας από το πλήρωμα κατέβηκε γλιστρώντας στο σκοινί
Και πάλευε να το ελευθερώσει. Αλλά μάταια.
«Τούτος ο άνθρωπος δεν θα αντέξει την εδώ ζωή μας, θα πνιγεί»,
Είπε ο ηγούμενος, «εκτός αν τον βοηθήσουμε». Έτσι
Και έκαναν, ελεύθερο έπλευσε το πλοίο, κι ο άνθρωπος σκαρφάλωσε
Επιστρέφοντας από το θαυμάσιο όπως αυτός το γνώρισε.

[από την συλλογή Βλέποντας διάφορα, 1991]

Δεν υπάρχουν σχόλια: