4.11.16

spotkanie w polsce / συνάντηση στην πολωνία



















Η χθεσινή “Συνάντηση στην Πολωνία” (στο Βιβλιοπωλείο "Επί λέξει"), εκτός από συνάντηση για το βιβλίο “Πολωνία” (Καστανιώτης, 2016), εξελίχθηκε σε συνάντηση με την ίδια την Πολωνία στην Αθήνα: χάρη στην τιμητική και συγκινητική παρουσία μαθητριών και μαθητών του Γυμνασίου από το Σχολείο “Zygmunt Mineyko”, της –περαστικής από την πόλη μας– Καθηγήτριας Κλασσικής Φιλολογίας, κυρίας Wanda Popiak, της Dorota Jędraś, και άλλων μα, βεβαίως, πρωτίστως της Beata Żółkiewicz, που μίλησε για την πατρίδα της όπως την είδε μες στο βιβλίο, και διάβασε, σε δική της μετάφραση δύο ποιήματα απ' αυτό: το “Łazienki” και το “Βαρσοβία 1863 / 1944, Παρίσι 1883”. Η συμβολή της καθώς και αυτές –λόγια και απαγγελίες– της Μαρίας Τοπάλη, της Αλεξάνδρας Πλαστήρα και της Τζούλιας Τσιακίρη, έκαναν την χθεσινή βραδιά αυτό που ήταν – μαζί με τους φίλους, παλιούς και νέους: φίλους των προσώπων μα και των λέξεων. 


















Η Μπεάτα Ζουλκιέβιτς είπε, μεταξύ των άλλων: “Γι' ακόμη μια φορά, έμαθα –σιγουρεύτηκα– γι' αυτήν την απλή αλήθεια: πως η ποίηση δεν έχει σύνορα, πως είναι εξ ολοκλήρου μια μεταφορά. Κι έτσι η “Πολωνία” μάς ταξιδεύει, εδώ, παντού. Η προσωπική μου εμπειρία μού το διαβεβαιώνει: αν γνωρίσεις καλά έναν πολιτισμό και αν προσπαθήσεις πραγματικά να τον καταλάβεις, ανοίγεις πιο ελεύθερα πια τα μάτια σου, το μυαλό σου και την καρδιά σου, πέρα από συγκεκριμένα σύνορα. Και, όταν γίνεται αυτό, μετά, τα ονόματα δεν έχουν πια τόση σημασία: η γνώση έχει σημασία.”

Η Tζούλια Tσιακίρη: “Θέλω να εφαρμόσω πάνω σε τρία ποιήματα του Π.Ι. τρεις 'υπερβάσεις' όπως τις διατύπωσε ο Γιώργος Αράγης στο δοκίμιό του για την λογοτεχνική θεωρία: τρεις υπερβάσεις που πρέπει να περάσει ένας απλός άνθρωπος για να γίνει ποιητής. Η πρώτη είναι η διαφοροποίηση: να γίνει άλλος, να πάει προς το άλλο (“4 Δεκεμβρίου”). Η δεύτερη είναι η ένταση: ο Ρίλκε έλεγε ότι όλες σχεδόν οι θλίψεις μας είναι στιγμές ψυχικής έντασης (“Δεύτερη επίσκεψη του φίλου”). Και η τρίτη είναι η εξαλλαγή του χρόνου: το παιχνίδι με τον χρόνο – που σημαίνει ότι η αίσθηση του αντικειμενικού χρόνου, για έναν ποιητή, δεν είναι η των χρονομέτρων, αλλά ότι υπάρχει ένα βιολογικό χρονόμετρο που καταγράφει τον αντικειμενικό χρόνο σύμφωνα με την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Έτσι γίνεται εξαλλαγή του πραγματικού χρόνου σε χρόνο ποιητικό ή προσωπικό. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στον ποιητή: μπορεί να συμβεί και στον απλό αναγνώστη, στον απλό άνθρωπο, όταν τον κυριέψει η συγκίνηση (“Ιούνιος 1986”).”

Η Μαρία Τοπάλη: “Τίθεται το ερώτημα τι είναι η 'Πολωνία' – στην οποία συναντιόμαστε. Μπορώ να πω ότι, χάρη στο βιβλίο, η 'Πολωνία' είναι μπόλικη γεωγραφία, όχι αποκλειστικά πολωνική· είναι μπόλικη ιστορία επίσης, όχι αποκλειστικά πολωνική· και είναι επίσης ένας τίτλος. Αυτή η “Πολωνία” έχει πολλά δικά μου περιεχόμενα και πολλά περιεχόμενα που βάζει ο ποιητής, και είναι ένας φακός, ένα φίλτρο, μέσα από το οποίο διαβάζουμε τα πράγματα. Και για μένα, η 'Πολωνία' είναι τρία πράγματα. Είναι πένθος· είναι δύναμη – μια απίστευτη δύναμη: πάντοτε είχα στο μυαλό μου την Πολωνία ως κάτι το ασύλληπτα δυνατό, διότι δεν μπορεί παρά να είναι πάρα πολύ δυνατό κάτι το οποίο υπάρχει χωρίς να του επιτρέψουν να υπάρχει· και το τρίτο είναι: διαμελισμός”.

Και η Αλεξάνδρα Πλαστήρα: “Αυτή η “Πολωνία” είναι, στο αίσθημά μου, σαν γέφυρα. Και τι κάνει μία γέφυρα; Τροποποιεί τον χωρισμό, την απόσταση. Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, αυτές τις καταστάσεις –τον χωρισμό, την απόσταση, τη διαφορά: του αέρα, της ύλης, όποια είναι αυτή– σαν συνάντηση. Είναι μία συνάντηση, η γέφυρα. Αυτό είναι κάτι που θέλει διακαώς η ποίηση. Και πιστεύω ότι αυτό που θέλει η ποίηση, μας συμφέρει όλους.”


















[φωτ.:Καλλιρρόη Παπαγεωργίου.]

8.10.16

plus ça change / en byzance














Την αρετή είδα χθες μέσα στην πόλη
μαυροντυμένη και κατήφεια όλη·
τι έπαθες;” της λέω. Εκείνη· “Άκου·
τόλμη, φρόνηση, γνώση – στη γωνιά·
μέθη, δειλία, κι άγνοια κυβερνά”.

*

Βουτηγμένος με λαχτάρα κι απόλαυση πρωτοετούς στην πρωινή ανάγνωση της Ελληνικής Λογοτεχνίας του Στυλιανού Αλεξίου (στιγμή, 2010), έφτασα και στον Βυζαντινό ποιητή (π. 920-990) Ιωάννη Κυριώτη (από την Μονή Κύρου της Κωνσταντινούπολης, όπου ίσως μόνασε) ή Γεωμέτρη (λόγω των σχετικών σπουδών του – οι θετικές επιστήμες ωφελούν την ποίηση). Και πρωτοσπαθάριος, και ιερέας, και, κατά τον Αλεξίου, “ένας από τους σημαντικότερους Βυζαντινούς ποιητές”.

Κάποιοι στίχοι που μεταφράζει ο Αλ. με στέλνουν στον πολύτιμο Raffaele Cantarella (Poeti Bizantini, Rizzoli, 1992), ο οποίος υπερθεματίζει: “η τεράστια καλλιέργειά του, θρησκευτική και κοσμική, που τον καθιστά πρόδρομο του επόμενου αιώνα, δεν κάνει την έμπνευσή του ν' ασφυκτιά – έμπνευση ποικίλη, ειλικρινή, συχνά βαθιά, που την στηρίζει πάντα μια υψηλή μορφική μεγαλοπρέπεια. Και πάνω απ' όλα κυριαρχεί στην ποίησή του ένας τόνος προσωπικής ειλικρίνειας, μύχιας πνευματικής ζωής που την κινούν πάθη και πάλες []. Εξού και –πράγμα σπάνιο στην βυζαντινή λογοτεχνία– κάτω από τον ποιητή αισθανόμαστε, σχεδόν σαν ντροπαλή ανακάλυψη και μακρινή προσδοκία, τον άνθρωπο.”

Στην εξαιρετική αυτή δίτομη ανθολογία βρήκα και το ποίημα του Κυριώτη που προχείρως απέδωσα στην αρχή (για να φανεί –σε περίπτωση που κάτι τέτοιο χρειαζόταν...– ακόμη περισσότερο πόσο σημερινό είναι):

Την αρετήν χθες είδον εν μέση πόλει
μελαμφορούσαν και κατηφείας όλην·
τι δ', ηρόμην, πέπονθας”; Η δε· “νυν έγνως·
τόλμα, φρόνησις, γνώσις, εν ταις γωνίαις·
άγνοια δ' άρχει, και μέθη και δειλία”.

2.10.16

winnicott _ domination // γουίνικοττ _ εξουσιασμός













"[] the result of such recognition [of the mother's immense contribution #] when it comes will not be gratitude or even praise. The result will be a lessening in ourselves of a fear. [] If there is no true recognition of the mother's part, then there must remain a vague fear of dependence. This fear will sometimes take the form of a fear of W O M A N, or fear of a woman, and at other times will take less easily recognized forms, always including the fear of domination.


Unfortunately the fear of domination does not lead groups of people to avoid being dominated; on the contrary, it draws them towards a specific or chosen form of domination."



- from Donald W. Winnicott's broadcast talk "The Mother's Contribution to Society", printed in the book The Child and the Family, 1957.

~

"[] το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αναγνώρισης [της τεράστιας συμβολής της μητέρας #] όταν έλθει δεν θα είναι ευγνωμοσύνη ή ακόμη έπαινος. Το αποτέλεσμα θα είναι να λιγοστέψει μέσα μας ένας φόβος. [] Αν δεν υπάρχει αληθινή αναγνώριση του ρόλου της μητέρας, τότε αναγκαστικά θα παραμένει ένας αόριστος φόβος εξάρτησης. Ο φόβος αυτός κάποιες φορές θα παίρνει την μορφή του φόβου προς την Γ Υ Ν Α Ι Κ Α, ή φόβου προς κάποια γυναίκα, κι άλλες φορές θα παίρνει λιγότερο εύκολα αναγνωρίσιμες μορφές, που πάντα θα συμπεριλαμβάνουν τον φόβο του εξουσιασμού.
Δυστυχώς ο φόβος του εξουσιασμού δεν οδηγεί τις ανθρώπινες ομάδες στην αποφυγή τού εξουσιασμού - αντιθέτως, τις έλκει προς μια συγκεκριμένη ή επιλεγμένη μορφή εξουσιασμού."

- από την ραδιοφωνική εκπομπή του Ντ.Γ. Γουίννικοττ "Η Συμβολή της Μητέρας στην Κοινωνία", τυπωμένη στο βιβλίο Το Παιδί και η Οικογένεια, 1957. [μτφρ.: Π.Ι.]

# see / δες: here / εδώ

*

[στην εικόνα: (αρ.) ο παιδίατρος, παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής Γουίννικοττ - (δ.) ο δικτάτωρ Γεώργιος Παπδόπουλος.]

30.9.16

winnicott _ mother / γουίννικοττ _ μητέρα










"I am trying to draw attention to the immense contribution to the individual and to society that the ordinary good mother with her husband in support makes at the beginning, and which she does simply through being devoted to her infant.
Is not this contribution of the devoted mother unrecognized precisely because it is immense? If this contribution is accepted, it follows that every man or woman who is sane, every man or woman who has the feeling of being a person in the world, and for whom the world means something, every happy person, is in infinite debt to a woman."

- from Donald W. Winnicott's broadcast talk "The Mother's Contribution to Society", printed in the book The Child and the Family, 1957.

~

"Προσπαθώ να τραβήξω την προσοχή στην τεράστια συμβολή προς το άτομο και την κοινωνία που έχει στην αρχή η συνήθης καλή μητέρα με τον άντρα της να την υποστηρίζει, απλώς με το να είναι αφοσιωμένη στο βρέφος της.
Μήπως αυτή η συμβολή της αφοσιωμένης μητέρας δεν αναγνωρίζεται ακριβώς επειδή είναι τεράστια; Αν γίνει δεκτή η συμβολή αυτή, έπεται ότι κάθε άντρας ή γυναίκα που είναι ψυχικώς υγιής, κάθε άντρας ή γυναίκα που αισθάνεται ως άτομο στον κόσμο, και για τον ή την οποία ο κόσμος σημαίνει κάτι, κάθε ευτυχισμένο άτομο, φέρει μια άπειρη οφειλή προς μία γυναίκα."

- από την ραδιοφωνική εκπομπή του Ντ.Γ. Γουίννικοττ "Η Συμβολή της Μητέρας στην Κοινωνία", τυπωμένη στο βιβλίο Το Παιδί και η Οικογένεια, 1957. [μτφρ.: Π.Ι.]

*

[στην εικόνα: (αρ.) Βάσω Κατράκη, "Μητρότητα", 1965 - (δ.) ο παιδίατρος, παιδοψυχίατρος και ψυχαναλυτής Γουίννικοττ μ' ένα παιδί.]

6.9.16

virginia / ζωή ii



















... κι όταν κουραζόταν δεν σταμάταγε άλλη άμαξα - καθόταν σε μια πέτρα και χάζευε τις σαύρες. []
"... οι καημένοι οι Άγγλοι μας", αναφωνούσε, "χρειάζονται εκπαίδευση στην ευτυχία. Χρειάζονται διύλιση όχι δια του πυρός αλλά δια της ηλιοφάνειας." [1]

Γαλήνη που κρατάς
κάθε ορμή και συστροφή και την πάλη.
Βαρειά γαλήνη, 
ζωή σταθερή κι' ακατάλυτη,
μέθη μαζύ κι' ησυχία, όπως
η διαυγής λάμπουσα ευλογία της θάλασσας
κοντά στην πυκνή αφθαρσία της γης. [2]


~
[1] σελ. 75, Virginia Woolf, Flush, Penguin Books, 2016 [μτφρ.: Π.Ι.] 
[2] Ζωή Καρέλλη, στίχοι από το ποίημα "Υπαρκτικά" / VI [σελ. 342, Τα ποιήματα - Τόμος α' (1940-1955), Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2000.]

23.7.16

virginia / ζωή













Ας εξηγηθώ: ο κήπος μας συνορεύει με τον περίβολο της εκκλησίας, κι όταν κοιτάμε τα μελίσσια μας, συχνά κάποιον θάβουν από την άλλη μεριά του τοίχου [1]

Είναι βήματα βιαστικά σαν ασύλληπτα,
στο σκιερό μονοπάτι
Χωρίς να σου φύγει,
τα χέρια σου φαίνονται άδεια,
σα να κράτησες μουσική [2]
~
[1] Virginia Woolf to Hugh Walpole, 25 August 1929 [in: Joanne Trautmann Banks [ed.], Selected Letters, Vintage Books, 2008 [μτφρ.: Π.Ι.] 
[2] Ζωή Καρέλλη, στίχοι από το ποίημα "Η ελπίδα", γραμμένο το 1952 στο Αγρόκτημα Παν/μίου Θεσσαλονίκης [στο: Τα ποιήματα - Τόμος β' (1955-1973), Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2000.]

15.7.16

virginia & natalia


















"Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο απ' την ντροπαλοσύνη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που κάποτε αλληλομισήθηκαν. Δεν καταφέρνουν πια να πούνε τίποτε. Ευγνωμονούν ο ένας τον άλλον που δεν λαβώνουν και δεν γρατζουνάν, μα η ευγνωμοσύνη αυτού του είδους δεν βρίσκει τον δρόμο των λέξεων." [1]

Έφυγα με τις Επιστολές της Βιρτζίνια Γουλφ - γύρισα με το "Αγαπητέ Μικέλε" της Νατάλια Γκίντσμπουργκ. Δυο βιβλία που οδεύουν -με άφθονες παρεκκλίσεις χαμόγελου ή και γέλιου- καταμέτωπο στον θάνατο, κι όμως παρέχουν την απαρηγόρητη παρηγοριά που είναι σε θέση να προσφέρουν, ο ένας στον άλλον, οι άνθρωποι που έχουν διαβεί την απελπισία, και βγει στο ανηλεές μα μόνο σωτήριο φως.

"Λοιπόν αν γινόταν να 'μαστε λιγάκι διασκορπισμένοι - [με] την θέα ή τα αρχοντικά κτίσματα να μεσολαβούν ανάμεσά μας, τότε θα μπορούσαμε να πλεύσουμε σταδιακά και ήρεμα σε πλάτη οικειότητας που στα σαλόνια δεν τα φτάνουμε ποτέ." [2]

[1] Natalia Ginzburg, Caro Michele, Einaudi, 1995 / [2]  Virginia Woolf, Selected Letters [ed. Joanne Trautmann Banks], Vintage, 2008: to Vita Sackville-West, Wednesday 23 September 1925 / αμφότερες οι πρόχειρες μεταφράσεις, δικές μου.

19.6.16

προς αριστόδικον



















ΠΡΟΣ ΑΡΙΣΤΟΔΙΚΟΝ


Μετά την εξόρυξη, αν το μάρμαρο δεν πρόκειται να δουλευτεί αμέσως, το χώνουν πάλι μες στο χώμα: να μείνει δροσερό, να διατηρήσει τους χυμούς του.

~

Στα θεμέλια του σπιτιού όπου παραθερίζαμε τα παλιά χρόνια, είχε βρεθεί αρχαίος δρόμος, με ίχνη αμαξιού στον βράχο. Και, πλάι του, μια επιτύμβια στήλη. Στο πιο πάνω τετράγωνο, οι αρχαιολόγοι ούτε που διαμαρτύρονταν όταν χωνόμουν μες στα πόδια τους. Κι αφού εγκαταλείψαν την ανασκαφή, πήγαινα κι έκρυβα εκεί θησαυρούς μικρούς ανάμεσα στα αρχαία: έναν φακό, μια μπατταρία πλακέ, ένα κουτάκι σπίρτα, δυο αυτοκινητάκια. Για ώρα ανάγκης.

~


Γεννήθηκα απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο. Από παιδάκι, όποτε έμπαινα, έστριβα αριστερά και, με ανασηκωμένο το κεφάλι, γύρευα το μειδίαμα των Κούρων.

Αυτοί οι επιτύμβιοι ανδριάντες ήτανε χρέος στον νεκρό που το υπαγόρευε κάποια υψηλότερη τάξη πραγμάτων;

Πώς έδωσε μορφή η τέχνη σε τέτοιες επιθυμίες;

Σχεδόν ταυτόχρονα εμφανίστηκαν αγάλματα στα ιερά των θεών και στους τάφους. Το επιτύμβιο άγαλμα είναι και μορφή του αντικειμενικού χρέους προς τον νεκρό, και εκπλήρωση της πνευματικής ανάγκης των ζωντανών να έχουν μπροστά τους την εικόνα του.

Βγαίνοντας, έκανα τσουλήθρα στα επικλινή μάρμαρα, δεξιά κι αριστερά απ' τα φαρδιά σκαλοπάτια του προαύλιου. Τα μάρμαρα, βαθουλωμένα στη μέση, γλυμμένα από την χρήση, ήσαν σχεδόν απαλά – και πάντα ζεστά.

~



















Ο Αριστόδικος, ο τελευταίος Κούρος, δεν χαμογελά.

Τα μάτια του Αριστοδίκου ισκιώνουν –όχι μόνο κυριολεκτικά, από την πλαστική της κόχης τους– αλλά και μεταφορικά, σαν από τον ίσκιο της μνήμης.

Στο Μουσείο, τον συναντάμε όντως τελευταίο στην σειρά έκθεσης των Κούρων. Ο Χρήστος Καρούζος –Διευθυντής από το 1942 ώς το 1964, δεινός αρχαιολόγος, απαράμιλλος συγγραφέας, λάτρης της ποίησης– που τον αγάπησε και τον μελέτησε, υπολογίζει πως θα πέθανε στα 25 του χρόνια, περί το 500 π.Χ.. Σε πολύτιμο μάρμαρο της Πάρου –το ιδανικότερο για το πλάσιμο του σώματος– ζήτησαν οι δικοί του να λαξευτεί ολόγλυφη η μορφή του. Την έστησαν στον τάφο πλάι στον δρόμο –όπως συνηθιζόταν– έξω από τα κτήματά τους στα Μεσόγεια, στη θέση “Φοινικιά”. Μα είκοσι χρόνια αργότερα, πλάγιασαν και το άγαλμα πάνω από το θαμμένο σώμα, το σκέπασαν με χώμα. Να σώσουνε το σήμα του νεκρού από τους Πέρσες, που θα κατέκαιγαν όλη την Αττική, ώς και τον Παρθενώνα.

Άφθαρτο σχεδόν, προστατευμένο απ' την βροχή και από τον ήλιο, το μάρμαρο ξαναγύρισε στη γη.

Αναδύθηκε πάλι 25 αιώνες αργότερα.

Το 1944, ο κτηματίας στέλνει εργάτες να οργώσουν το χωράφι του. Το άροτρο βρίσκει στην πέτρα. Ξανά και ξανά. Πιάνουνε τσάπες να τη βγάλουν, ξεθάβουν σώμα ακέραιο.

Μόνο τα χέρια λείπουν. Και τα πόδια σπάζουν στα λεπτά σφυρά.

Θα ήτανε αχαριστία να παραπονεθούμε για τον βαθμό διατήρησής του. Μόνο τα χέρια λείπουν ολότελα. Από τις μικρότερες πληγές, η πιο ενοχλητική είναι η παραμόρφωση στα μάτια, στα χείλη
και στη μύτη πριν απ' όλα, που θα οφείλονται στο συχνό πέρασμα του αλετριού από πάνω τους.


Για χρόνια πέρναγε το αλέτρι
πάνω από το πρόσωπο

Ξανά και πάλι πέρναγε το αλέτρι
πάνω από το πρόσωπο


Φορτώνουνε το άγαλμα σε κάρο, το σκεπάζουν με άχυρα, το πάνε στο Μουσείο κρυφά. Στο άδειο Μουσείο: όλα τ' αγάλματα κοιμούνται ήδη θαμμένα μες στο χώμα, κάτω από τα δάπεδα των αιθουσών, απ' τις παραμονές της εισβολής των Γερμανών. (Εργασία πολύμηνη και μυστική· πρωτοστατεί η Σέμνη Καρούζου.)

Τα μνημεία που σώθηκαν είναι “παίδες της τύχης”.

~

Παλεύω ακόμα να δω
τι κράταγαν τα χέρια

Καρπούς
φιάλη τάσι
όπλο ή χαλινάρι

Ή τίποτα –
Παλάμες ανοικτές
γεμάτες ερχομό

Θα μπορούσαν να κρατούν
ζυγό
να τείνουν
τα δίκαια αντίθετα
Όμως λείπουν

Στην γη
απ' όπου βγήκαν
επέστρεψαν άπρακτα
Όπως το όρισε
η τάξη του χρόνου

Τώρα σε ίση απόσταση
σπασμένα
ισορροπούν



















~

Το άγαλμα δεν απλώνει τον κόσμο του προς τα έξω, αλλά έχει συμμαζέψει τις δυνάμεις του και σαν να συλλογιέται κάτι που αναδεύει μέσα του.

Ο Καρούζος, στην εργασία του για τον Αριστόδικο, περιλαμβάνει και μακρύ κατάλογο
αττικών γλυπτών της περιόδου 550-480 π.Χ.. Εκεί, δυο φορές μνημονεύει τον Ρίλκε:

540-530
...
Στήλη δυο αδερφιών Νέας Υόρκης και Βερολίνου – απαραγνώριστη φαίνεται η συγγένεια του κεφαλιού του κοριτσιού με το κεφάλι “
Rilke” του Λούβρου
...
Αντρικό κεφάλι Λούβρου 695 – που ίσως, κατά τον
Haussmann, να είναι αντικείμενο του σονέττου του Rilke Fruehe Apollo”


Όπως, καμμιά φορά, από κλαδιά γυμνά ακόμα,
κρυφοκοιτάζει μέσα ένα πρωί
έχοντας μπει στην άνοιξη για τα καλά:
έτσι στην κεφαλή του τίποτε δεν σταματά

την λάμψη των ποιημάτων όλων να μας χτυπά
σχεδόν θανατηφόρα· γιατί δεν είν' ακόμα
μες στο βλέμμα του σκιά κι οι κρόταφοί του
δροσεροί πολύ για δάφνες, ακόμ' αργεί

να υψωθεί ψηλόκορμος μεσ' απ' τα φρύδια
ο ροδώνας απ' όπου θ' αποσπώνται πέταλα, ένα ένα
ώς να σταθούν στο ρίγος του στόματος,

που σωπαίνει ακόμα, τρεμοπαίζει άθικτο
μονάχα κάτι πίνοντας με το χαμόγελό του
σάμπως να του σταλάζαν το άσμα του εντός του.


Πρόκειται για ποίημα που ο Ρίλκε έγραψε στο Παρίσι, στις 11 Ιουλίου του 1906. Παρότι έχει λήξει, τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, με ρήξη των δύο ανδρών, η εννεάμηνη θητεία του ως γραμματέα του Ροντέν, τα Νέα Ποιήματά του –το Α' Βιβλίο (1907) των οποίων ανοίγει με αυτό ακριβώς το σονέτο– είναι γραμμένα υπό την επίρροια του μεγάλου γλύπτη, που σαν να του ξανάμαθε να κοιτάζει και να στοχάζεται. Τρία χρόνια νωρίτερα, προς το τέλος του δοκιμίου του, Ωγκύστ Ροντέν, ο Ρίλκε είχε γράψει για τα γλυπτά του: “μια σπουδαία χειρονομία μοιάζει να ζει και να εξαναγκάζει τον χώρο να συμμετέχει στην κίνησή της”.

~

Επάνω στη βάση υψώνεται η νεανική μορφή του Αριστοδίκου, λυγερή στη βαθύτερη σύλληψή της. Δύσκολα μπορούμε να πούμε ότι στέκεται. Πιο κοντά πηγαίνομε σε τούτη την εικόνα του ανθρώπου που σαλεύει, λέγοντας ίσως πως κρατιέται. Ούτε μπορούμε να μιλάμε για κατάσταση όπου έφθασε, αλλά για δύναμη που βρίσκεται σε δράση.

~

Οι επιτύμβιοι ανδριάντες σταματούν, όσο βλέπομε σήμερα, λίγο μετά τα 500 π.Χ., για καμμιά 60αριά χρόνια. Η αρχαιολογική έρευνα έχει δεχτεί, ομόθυμα σχεδόν, την εικασία του Milchhoefer ότι ένας νόμος που ο Κικέρων λέει ότι βγήκε στην Αθήνα “κάμποσον καιρό” μετά τον Σόλωνα, κατά της πολυτέλειας των σημάτων, πρέπει να ανήκει σ' αυτά ακριβώς τα υστεροαρχαϊκά χρόνια, και πιθανότατα στον Κλεισθένη, όπως έχει υποθέσει ύστερα ο Hirschfeld. Ο Κικέρων είναι γνωστό πως έχει πηγή τον Δημήτριο τον Φαληρέα, κι αυτός πάλι ο vir eruditissimus, παίρνει πληροφορίες και υποδείγματα για τους δικούς του ριζικούς περιορισμούς των επιτυμβίων από τον Πλάτωνα και από την αρχαιότερη αττική νομοθεσία. Ελκυστική υπόθεση αλλά υπόθεση μόνο ότι ο νόμος αυτός είναι σύγχρονος και όχι άσχετος με τον περί οστρακισμού νόμον.

Παρολίγο δεν θα υπήρχα

~


Α Ρ Ι Σ Τ Ο Δ Ι' Κ Ο: το όνομα του νεκρού στη γενική, στη βάση του αγάλματος.

Το απλό όνομα ενός ανθρώπου είναι ισοδύναμο με την ανωνυμία.

Η βάση σώζεται, και το όνομα, και η πλίνθος του αγάλματος. Αλλά –πράγμα παράξενο, αναπάντεχο για τέτοιο έργο– επιτύμβιο επίγραμμα, πουθενά.


Φωνή
που δεν φτάνεις απ' την πέτρα
λέγε

Ποιανού πρόσωπο;
Το μακρινό το αγγίζει
όπως ο πόνος επιστρέφει
στον μαύρο κάτοχό του

Τα μάτια πλέον
δεν εναντιώνονται
στο ωραιότερο πράγμα
να αναβλύσει
απ' την απαρνημένη ζωή

Κάθε πρωί
ένα τραγούδι επιζεί
Από τα όνειρα

Εκείνου, ποιο να στάλαξε
μες στα μισανοιγμένα χείλη
και όρθιος, ακέραιος τώρα τραγουδά;

Κατώφλι των ασμάτων
στόμα
νεότητας που χάθηκε

Μουσική
πνοή των αγαλμάτων
σιωπή των εικόνων

Χώρε της καρδιάς
αίφνης τόσο μεγάλε














Σημείωση: Το κείμενο αυτό είναι θραύσμα έργου εν προόδω, ενταγμένο σε ειδικά συμφραζόμενα για την έκδοση NICE! Είναι δυνατή η επιστροφή;, επιμ.: Salon de Vortex (Γ. Γρηγοριάδης & Γ. Ισιδώρου), εκδ. Lo and behold, 2016. Στον ίδιο τόμο δημοσιεύτηκαν και τα τρία ζεύγη φωτογραφιών μου που, μαζί με την φωτογραφία μου του αγάλματος, συνοδεύουν το κείμενο εδώ. Με πλάγια στοιχεία, φράσεις από την μονογραφία του Χρ. Ι. Καρούζου, Αριστόδικος (1961). Η μετάφραση του ποιήματος του Ρίλκε είναι της Μαρίας Τοπάλη. Η απόδοση της φράσης του Ρίλκε από το δοκίμιό του, Ωγκύστ Ροντέν, έγινε μέσω της αγγλικής μετάφρασης των Τζέσσι Λεμόντ και Χανς Τράουζιλ (1919).