11.10.20

louise glück _ το άδειο γυαλί

 

Λουίζ Γκλυκ (γεν. 1943, Νομπέλ Λογοτεχνίας 2020)



ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΓΥΑΛΙ



Πολλά ζήτησα· πολλά έλαβα.

Πολλά ζήτησα· λίγα έλαβα, δεν έλαβα

σχεδόν τίποτα.


Και ανάμεσα; Κάτι ομπρέλλες ανοιγμένες μες στο σπίτι.

Ένα ζευγάρι παπούτσια στο τραπέζι της κουζίνας κατά λάθος.


Ω λάθος, λάθος – η φύση μου ήταν. Ήμουν

σκληρόκαρδη, απόμακρη. Ήμουν

εγωίστρια, άκαμπτη μέχρις τυραννίας.


Αλλά υπήρξα πάντα εκείνος ο άνθρωπος, ακόμα και στην πιο μικρή μου παιδική ηλικία.

Μικροκαμωμένη, με μαλλιά σκούρα, τ' άλλα παιδιά με τρέμαν.

Ποτέ δεν άλλαξα. Μες στο γυαλί, η αφηρημένη

παλίρροια της τύχης γύριζε

από πλημμυρίδα σε άμπωτη μες σε μια νύχτα.


Να 'ταν η θάλασσα; Αποκρινόμενη, ίσως,

σε ουράνια δύναμη; Για ασφάλεια,

προσευχόμουν. Προσπάθησα να γίνω καλύτερος άνθρωπος.

Σύντομα μού φάνηκε πως ό,τι άρχισε ως τρόμος

και ωρίμασε σε ηθικό ναρκισσισμό

θα μπορούσε ωστόσο να 'χει γίνει

πραγματική ανθρώπινη ανάπτυξη. Ίσως

αυτό να εννοούσαν οι φίλοι μου, παίρνοντάς μου το χέρι,

λέγοντάς μου πως καταλαβαίνουν

την κακοποίηση, τα απίστευτα σκατά που αποδεχόμουν,

υπονοώντας (κάποια φορά έτσι νόμισα) πως ήμουν λίγο άρρωστη

τόσα πολλά να δίνω, για τόσα λίγα.

Ενώ εννοούσαν πως ήμουν καλή (σφίγγοντάς μου με ένταση το χέρι) –

καλή, και φίλη και άνθρωπος, όχι πλάσμα για λύπηση.


Δεν ήμουν αξιοθρήνητη! Ήμουν γραμμένη με μεγάλα γράμματα,

σαν αγία ή βασίλισσα.


Όπως και να 'χει, τροφή για εικασίες ενδιαφέρουσες, όλα αυτά.

Και συνειδητοποιώ ότι το κρίσιμο είναι να πιστεύεις

στον κόπο, να πιστεύεις ότι κάτι καλό θα βγει αν απλώς προσπαθήσεις,

ένα καλό εντελώς ασπίλωτο από την διεφθαρμένη αφετηριακή παρόρμηση

να πείσεις ή να γοητεύσεις –


Δίχως αυτό, τι είμαστε;

Μια περιδίνηση στο μαύρο σύμπαν,

μόνοι, φοβισμένοι, αδύναμοι να επηρεάσουμε την μοίρα –


Τι έχουμε, αλήθεια;

Θλιβερά τεχνάσματα με σκάλες και παπούτσια,

κόλπα με αλάτι, δοκιμές επαναλαμβανόμενες, με ανάμεικτα κίνητρα,

να φτιάξουμε χαρακτήρα.

Τι έχουμε για να εξευμενίσουμε τις ισχυρές δυνάμεις;


Και νομίζω εντέλει αυτή ήταν η ερώτηση

που κατέστρεψε τον Αγαμέμνονα, εκεί στην ακτή,

με τα πλοία των Ελλήνων έτοιμα, την θάλασσα

αόρατη πέρα από το γαλήνιο αγκυροβόλι, το μέλλον

θανατηφόρο, ασταθές: ανόητος ήταν, που σκεφτόταν

ότι γινόταν να το ορίσεις. Έπρεπε να είχε πει

Δεν έχω τίποτα, είμαι στο έλεός σου.


από τις Επτά Εποχές (The Ecco Press, 2001) / https://www.poetryfoundation.org/poems/49618/the-empty-glass


μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης


*

To ποίημα αυτό άρεσε στον Ηλία Κανέλλη, ο οποίος και μου το επεσήμανε.


17.4.20

jane hirshfield _ τίποτε απ' αυτά δεν χρειαζόταν να συμβεί



























[δημοσιευμένο στο "Βιβλιοδρόμιο" των "Νέων", Μ. Παρασκευή 17 Απριλίου 2020 - https://www.tanea.gr/2020/04/18/lifearts/by-the-book/tipote-ap-ayta-den-xreiazotan-na-symvei/]

επιμέλεια: Δημήτρης Δουλγερίδης

Tο ερέθισμα πρέπει να πιστωθεί εξαρχής στον Παναγιώτη Ιωαννίδη, που τη σύστησε στο «Βιβλιοδρόμιο». Οχι μόνο ως μεταφραστής της, αλλά και ως ευαίσθητος δέκτης της ποίησης που γράφεται σήμερα. Δεν του το είπα όταν μου έστειλε τους πρώτους στίχους της Τζέιν Χέρσφιλντ - «έχω μια στοίβα χαρτί/ μια θήκη μελάνι» -, αλλά η εσωτερική μηχανή αναζήτησης είχε ξεκινήσει ήδη τις εκτροπές από την κανονική τροχιά. Θυμήθηκα αυτομάτως τον στίχο του Σεφέρη «το χαρτί σκληρός καθρέφτης», για να ενώσει - τάχα - δύο στιγμές από την ίδια οικουμενική αγωνία της ποιητικής γραφής. Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Κι ύστερα πιάστηκα από ορισμένες λέξεις μέσα στα πέντε ποιήματα που μετέφρασε για να σχηματίσω στα τυφλά μια διαδρομή ως τη Χέρσφιλντ: «αλυσοδένει» (σίγουρα αυτό το ρήμα), «ελαφίνα», «να μην πουν», «διαβάσαμε, ψάλλαμε και κάηκε», «ερωδιός», «Μπαχ», «Σβάλμπαρντ». Προφανώς δεν είναι ο ασφαλέστερος δρόμος για να φτάσεις στην πηγή. Πώς μπορείς να «μάθεις» την ποιήτρια αν δεν βιώσεις τα ποιήματά της ως εμπειρίες; Φαίνεται, άλλωστε, πως μια αντίστοιχη ιδέα είναι κεντρική στην τέχνη, αλλά και τη δοκιμιογραφία της. Στο Hiddenness, uncertainty, surprise (Newcastle / Bloodaxe Poetry Lectures, 2008) ανατρέχει από τον Ομηρο ώς τον Καβάφη, τον Ρόμπερτ Φροστ, τον Οντεν κ.ά., για να καθαρίσει με το πινελάκι το χώμα από τρεις ποιητικές «ενέργειες»: την κρυπτικότητα («δεν υπάρχει παράδεισος που δεν κρύβει μέσα του το άγνωστο»), την αβεβαιότητα («εάν σκοπός της ποίησης είναι να μεγεθύνει την ανθρωπιά μέσα μας, τότε πρέπει να είναι και η ίδια αβέβαιη»), την έκπληξη («τα ποιήματα που διαρκούν είναι εκείνα που δεν χάνουν τη δύναμη να εκπλήσσουν»). 

Μέχρι να φτάσει στη συλλογή Ledger (Knopf Doubleday και Bloodaxe Books, 2020), απ' όπου ο Π. Ιωαννίδης μετέφρασε πέντε ποιήματα ειδικά για το «Βιβλιοδρόμιο», η 68χρονη Νεοϋορκέζα Τζέιν Χέρσφιλντ έχει κερδίσει μια θέση με αξιώσεις στη σύγχρονη αμερικανική ποίηση. Εχει εκδώσει άλλες οκτώ συλλογές, εκ των οποίων το Given sugar, given salt (2001) είχε φτάσει στην τελική πεντάδα για το Εθνικό Βραβείο Κριτικής (ΗΠΑ), το After (2006) ήταν υποψήφιο για το Βραβείο T.S. Eliot (Μ. Βρετανία) και το «Come, thief» (2011) για το Βραβείο PEN USA. Η ποιητική έμπνευση, εξάλλου, η αγωνία μπροστά στον αυτοσχεδιασμό, η γεωμετρία της γλώσσας, οι μεταφυσικές εικόνες την απασχολούν και στα δοκίμια που εξέδωσε, στο Nine gates: entering the mind of poetry και το Ten windows: how great poems transform the world

Όσο περιορισμένη και αν είναι η πρόσληψη από τα πέντε ποιήματα που δημοσιεύονται σήμερα, ο αναγνώστης μπορεί να περάσει στη μεγάλη εικόνα: τον ανθρώπινο κόσμο που μέσα στα ποιήματα της Χέρσφιλντ είναι αναπόσπαστο κομμάτι του φυσικού (δύσκολα λογοκρίνει κανείς εδώ μια σκέψη για την καταγωγική έμπνευση από τον Γουόλτ Γουίτμαν)· το ενδιαφέρον της για τη βιολογία και την «ενσυναίσθηση» για το φυσικό περιβάλλον που πληγώνουμε (στο «Ω, σαλίγκαρε» ειδικά ο έλληνας αναγνώστης θα αναγνωρίσει την αναφορά στο Μάτι και την προπέρσινη πυρκαγιά)· το αίσθημα αβεβαιότητας απέναντι στις φάρσες της ύπαρξης· τον μινιμαλισμό ως δόκιμο ύφος για να αποδοθεί η αναμέτρηση με το άγνωστο. 

Ακολουθεί ένα κείμενο της Τζέιν Χέρσφιλντ, βασισμένο στην ηλεκτρονική αλληλογραφία της με τον Παναγιώτη Ιωαννίδη, γραμμένο για να συνοδεύσει τις εδώ δημοσιευόμενες μεταφράσεις:

Οι άνθρωποι, στις κρίσεις και τις μεταβάσεις, διψούν για ποιήματα. Ποτέ δεν ανέμενα να γίνω ποιήτρια της δημόσιας στιγμής – αλλά τα τελευταία χρόνια, συμβαίνει όλο και περισσότερο. Η εφημερίδα του Σαν Φρανσίσκο μού ζήτησε κάτι περί αυτοπροστασίας κατ' οίκον, όπως το λέμε εδώ – ευτυχώς, είχα ήδη γράψει ένα ποίημα, μιας και δεν μπορώ καθόλου να γράφω κατά παραγγελίαν. Το δημοσίευσαν κατευθείαν, κι αμέσως ταξίδεψε πολύ και μακρυά, με τον τρόπο που σήμερα γίνεται. Μου συνέβη και διάφορα άλλα ποιήματά μου να γίνουν viral (νομίζω χρειαζόμαστε έναν άλλο όρο γι' αυτό, τώρα δα), απ' όταν άρχισε η παρούσα πανδημία. Ποιήματα γραμμένα για έναν λόγο, ξαφνικά μιλούν μες σε μιαν ολωσδιόλου άλλη περίσταση. Το ποίημα που ανοίγει το καινούργιο βιβλίο, το Κατάστιχο, “Να μην πουν”, δημοσιεύθηκε αρχικά ως ποίημα πολιτικού σχολιασμού την ημέρα της ορκωμοσίας του Προέδρου το 2017, και διαβάστηκε από σχεδόν ένα εκατομμύριο ανθρώπους μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα – μα το έγραψα πολύ νωρίτερα, το 2014, μόνο με την περιβαλλοντική καταστροφή κατά νου. Τώρα αυτό το ποίημα, αλλαγμένο πάλι, μιλά προς την πεισματική αδιαφορία για τον ερχομό της πανδημίας από τις 'κυβερνήσεις', την δική μου και άλλων.

Ζούμε, έτσι νιώθω, σε τρεις κόσμους τώρα – τον παλιό, τάχα-μου-κόσμο, που συνεχίζει όσο μπορεί και είναι ανάγκη. Σ' αυτόν τον κόσμο, ένα βιβλίο μου μόλις εκδόθηκε, ακριβώς μέσα στο μάτι του κυκλώνα των ειδήσεων και του κόσμου, και συνεχίζω να κάνω πράγματα γύρω απ' αυτό, αν και όχι τις δεκάδες δημόσιες συγκεντρώσεις που υπήρχαν στο ημερολόγιό μου. Ύστερα είναι ο τρέχων, τούτη τη στιγμή, ως-έχει-κόσμος, όπου μένω σε απόσταση από τους άλλους, στο μικρό σπιτάκι μου στην εξοχή, με τα πολλά παράθυρα, καταμεσής του ανθισμένου κήπου του, παίρνω τα ψώνια κάθε δυο βδομάδες, και παρακολουθώ τις ειδήσεις για αναρίθμητες τραγωδιίες ανθρώπων για τους οποίους αυτό δεν είναι ειδήσεις που “ακούς” ή “παρακολουθείς”... Κι ύστερα είναι ο κι-αν-κόσμος, αυτός που έρχεται, μα που δεν μπορούμε ακόνα να διακρίνουμε, στον οποίον τα πάντα θα έχουν αλλάξει από αυτό – αλλά πώς;

Για μένα, αυτές οι εβδομάδες, μέχρι στιγμής, έχουν υπάρξει καιρός της μετάβασης.

Για πολλούς ανθρώπους, το πιο δύσκολο πράγμα, λένε, είναι ότι νιώθουν ανήμποροι. Αν τα ποιήματά μου μπορούν να βοηθήσουν κάποιον άλλον άνθρωπο, να δράσουν ως σύντροφος ή παρηγοριά, αυτό βοηθά εμένα. Σε τούτον τον καιρό της απόστασης, οι λέξεις ταξιδεύουν ανάμεσά μας, ανάμεσα σε τόπους και χρόνους, όπως έκαναν πάντα, οικείες και άμεσες σαν το άγγιγμα από το χέρι του εραστή στο δέρμα. Τα ποιήματα υπερβαίνουν την απόσταση. Την διαψεύδουν. Φέρουν εντός τους την υπόσχεση και την πραγματικότητα της εμμένουσας σύνδεσης – του ενός με τον άλλον, και με όλους τους πέραν-του-ανθρώπου γείτονές μας σ' αυτόν τον εύθραυστο πλανήτη.”


*

Πέντε ποιήματα από το βιβλίο της Κατάστιχο (Knopf Doubleday και Bloodaxe Books, 2020)


MΙΑ ΣΤΟΙΒΑ ΧΑΡΤΙ

Έχω μια στοίβα χαρτί
μια θήκη μελάνι,

αμύγδαλα,
καφέ,
ένα φουλάρι μάλλινο να με ζεσταίνει.

Ό,τι αλυσοδένει την ψυχή,
έχω φέρει εδώ.

Ό,τι απομακρύνει την καρδιά,
έχω φέρει εδώ.

Μια ελαφίνα κάθεται στα πισινά της
κι ανασηκώνεται να φτάσει ένα μήλο,

κι ας είναι τόσα μήλα πεσμένα στο χώμα.

*

ΝΑ ΜΗΝ ΠΟΥΝ

Να μην πουν: δεν το είδαμε.
Είδαμε.

Να μην πουν: δεν το ακούσαμε.
Ακούσαμε.

Να μην πουν: δεν το γεύτηκαν.
Φάγαμε, τρέμοντας.

Να μην πουν: δεν ειπώθηκε, ούτε και γράφτηκε.
Μιλήσαμε,
ήμασταν μάρτυρες με φωνές και με χέρια.

Να μην πουν: δεν έκαναν τίποτε.
Κάναμε όχι αρκετά.

Ας πουν, μιας και κάτι πρέπει να πούνε:

Κηροζίνη – μια ομορφιά.
Κάηκε.

Ας πουν πως καθήσαμε να μας ζεστάνει,
στο φως της διαβάσαμε, ψάλλαμε,
και κάηκε.

*

ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΑΡΧΙΖΕΙ ΒΛΕΠΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΙΕΘΝΗ ΔΙΑΣΤΗΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠ' ΤΟΝ ΚΟΛΠΟ ΤΟΥ ΜΕΞΙΚΟΥ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΑ ΑΟΡΑΤΑ ΨΑΡΙΑ ΤΟΥ

Ούτε ένα απ' αυτά δεν χρειαζόταν να συμβεί.
Ούτε η Φλόριντα. Ούτε το ράμφος του ερωδιού. Ούτε το νερό.
Ούτε το αδειανό σώμα του λίμουλου, ούτε κι ο αστερίας που ζει.
Η εξέλιξη μπορεί να είχε στρίψει στη γωνία αριστερά και να 'χε πάρει άλλον δρόμο εντελώς.
Ο αστεροειδής μπορεί να είχε αστοχήσει.
Οι φλέβες του ασβεστόλιθου δεν ήταν ανάγκη να είναι ευαίσθητες στην άμμο και στις αβικέννιες.
Το ραδιόφωνο μπορεί να είχε βρει άλλη μουσική.
Οι γοφοί ενός άντρα και οι γοφοί ενός άλλου μπορεί να είχαν σταθεί πλάι πλάι
σε ένα λεωφορείο στο Αλέππο και να είχαν αλληλοαναγνωρισθεί ως αδελφοί από καιρό χαμένοι.
Το κλειδί μπορεί να είχε σπάσει μες στην κλειδαριά και το κουτί με τα καρφιά να αρνιόταν το καπάκι του.
Εγώ μπορεί να ήμουν το ψάρι που κατάπιε ο πελεκάνος.
Εσύ μπορεί να έκανες σαν το φεγγάρι που δεν έλεγε να δύσει, ώρες αφού νομίζαμε πως θα έδυε,
ώρες αφού ο ήλιος σκάλωνε μέσα στους χαμηλούς βοστρύχους των κυμάτων που έσκαγαν
υπό γωνία ορισμένη. Το φως μπορεί να μη φαγώνονταν ξανά από την μετατόπισή του.
Αν το αβάσταχτο δεν ήταν αβαρές μπορεί και να λυγίζαμε κάτω από τον πόνο
όσων δεν άλλαξαν ακόμη. Στην άλλη άκρη του κόσμου ένας άντρας τραβάει μια γυναίκα έξω απ' το νερό
– κι απ' το νερό, η υπερπλήρης βάρκα απ' όπου πήδησαν, χάθηκε εντελώς.
Απ' το νερό τραβάει έξω ένα παιδί, ύστερα άλλο. Και τα δυο ζουν και θα εξακολουθήσουνε να ζουν.
Αυτό δεν χρειαζόταν να συμβεί. Τίποτε απ' αυτά δεν χρειαζόταν να συμβεί.

*

ΤΩΡΑ ΦΤΑΝΕΙ ΣΚΟΤΑΔΙ

Κρατώ τη ζωή μου με δυο χέρια.
Περπατώ με δυο πόδια.
Δύο αυτιά αρκούν για να ακούς τον Μπαχ.

Αν τυφλωθεί απ' το ένα, ο άνθρωπος βλέπει με το άλλο μάτι.

Τώρα φτάνει μέγα σκοτάδι.
Και των δυο ματιών σκοτάδι.

Έχω ένα στόμα.
Κρατά δυο λέξεις.
Ναι, Όχι,
μέσα σ' όλες τις άλλες.

Ναι. Όχι. Όχι. Ναι.

Λέω ναι σ' αυτές τις λέξεις, ως οφείλω,
και επίσης τις αρνούμαι.

Τα δυο μου πόδια,
πλασμένα για να προχωρούν,
υπάκουα στο αδύνατον-να-ξέρεις και στο έτσι-πρέπει,
πατούν μες στον καιρό που φτάνει.

*

Ω ΣΑΛΙΓΚΑΡΕ

Κάτω απ' τους πάγους του Σβάλμπαρντ, φλέβες κάρβουνου από την Λιθανθρακοφόρο Εποχή.
Η καλή αγρότισσα εναλλάσσει τα σπαρτά της.
Δεν παραπονιούνται τα σπαρτά. Είναι η μοίρα μίσχων και δασών να εξαφανίζονται.
Πυρκαγιές πέρσι: Αυστραλία, Πορτογαλία, Ελλάδα. Φέτος: Καλιφόρνια.
Ω σαλίγκαρε, έγραψε ο Ίσσα, ανέβαινε το Φούτζι αργά, αργά.


μτφρ. ποιημάτων και κειμένου τής Τ.Χ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης

[φωτ.: Erik Castro]




19.1.20

η αποτυχία και το κέφι
















Πορεύτηκα στη ζωή μου έχοντας την εξής κοσμοθεωρία: ακόμα και αν κάτι πηγαίνει στραβά, εγώ να το θεωρώ αστείο. [1]

Eκείνο που με ενδιαφέρει, που κέρδισα από αυτήν τη δουλειά, είναι ένα μεγάλο κέφι.
Ένα έργο, αν δεν μου αρέσει, το κάνω κάτι άλλο [..., ] καταργώντας κάτι που είναι καλό, και περιμένοντας μέσα από την καταστροφή -όπως συμβαίνει και στη ζωή πολλές φορές- να προκύψει ένα φως. 

Ποιος καλλιτέχνης που έκανε κάτι άξιο λόγου δεν παιδεύτηκε τελικά; Το παίδεμα έχει διαφορετικούς τρόπους. Άλλος παιδεύεται με το τσεκούρι, ο θερμοκέφαλος καλλιτέχνης [π.χ. ο Βαν Γκογκ], και άλλος με το ίδιο πάθος, με ένα νυστέρι [π.χ. ο Μοντριάν].
Πρέπει στην τέχνη να αποτυχαίνεις. [2]


Ευτυχώς, η ανθρωπότητα είναι ακόμα ζωντανή, παρά την ανοησία της. [1]

[1] Ο αρχιτέκτων και πολεοδόμος Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας στον Γιάννη Πανταζόπουλο ("LiFo", 16.i. 2020)
[2] Ο ζωγράφος Μάκης Θεοφυλακτόπουλος στην Μαριαλένα Σπυροπούλου ("Η Καθημερινή", 12.i.2020)

[η εικόνα, από έργο του Μ.Θ. στην τρέχουσα έκθεσή του στην γκαλλερί "Citronne" στην Αθήνα, σε επιμέλεια του Θεόφιλου Τραμπούλη.]

6.1.20

υπέρ μελαγχολίας

























ΥΠΕΡ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

του Alain de Botton [από το facebook, 5.i.2020 - πρόχειρη μτφρ.: Π.Ι]

Η μελαγχολία δεν είναι οργή ή πικρία, είναι ένα ευγενές είδος λύπης που αναδύεται όταν δεχόμαστε ως γεγονός την εγγενή δυσκολία της ζωής όλων, την οδύνη και την απογοήτευση ως πυρήνα της ανθρώπινης εμπειρίας. Δεν είναι πάθηση που χρήζει θεραπείας - με καρδιά μαλακωμένη, ήρεμα και απαθώς, αναγνωρίζουμε πόσο πολύ πόνο πρέπει αναποφεύκτως να διασχίσουμε όλοι.

Η σύγχρονη κοινωνία τείνει να τονίζει το ανάλαφρο και το χαρούμενο. Δεν ανέχεται τις μελαγχολικές καταστάσεις, κι επιθυμεί είτε να τις ιατρικοποιήσει -και συνεπώς να τις 'λύσει'- είτε ολωσδιόλου να τους αρνηθεί την νομιμότητά τους. Η μελαγχολία συνδέει τον πόνο με την σοφία και την ομορφιά. Απορρέει από μια δίκαιη συνειδητοποίηση της τραγικής δομής κάθε ζωής. Μπορούμε, στις μελαγχολικές καταστάσεις, να καταλάβουμε δίχως μανία ή συναισθηματισμό, πως κανένας δεν καταλαβαίνει κανέναν, πως η μοναξιά είναι οικουμενική και πως κάθε ζωή έχει πλήρες μερίδιο στην ντροπή και την θλίψη. Η σοφία της μελαγχολικής στάσης (εν αντιθέσει προς την πικραμένη ή την θυμωμένη) έγκειται στην κατανόηση ότι δεν αποτελούμε εξαιρέσεις, η οδύνη μας ανήκει στην ανθρωπότητα εν γένει. H μελαγχολία έχει ένα άρωμα απρόσωπης αντιμετώπισης της οδύνης. Είναι γεμάτη από έλεος για την ανθρώπινη συνθήκη. Υπάρχουν μελαγχολικά τοπία και μελαγχολικά μουσικά κομμάτια, μελαγχολικά ποιήματα και μελαγχολικές ώρες της μέρας. Σε αυτά, βρίσκουμε την ηχώ του δικού μας άλγους, που μας επιστρέφεται χωρίς κάποιες από τις προσωπικές συνδέσεις που, όταν μας πρωτοχτύπησε, το έκαναν ιδιαιτέρως μαρτυρικό. Αποστολή της κουλτούρας είναι να τρέπει την λυσσαλέα οργή και την τρελλή χαρά σε μελαγχολία. Όσο περισσότερο ικανή για μελαγχολία είναι μια κουλτούρα, τόσο λιγότερο τα μέλη της χρειάζεται να νοιώθουν κατατρεγμένα από τις αποτυχίες τους, τις χαμένες ψευδαισθήσεις τους και τις τύψεις τους. Η μελαγχολία -όταν μπορούμε να την μοιραστούμε- είναι η αρχή της φιλίας.

28.10.19

τριήμερο με ταινίες














Δεν μπορώ (και δεν θέλω) να πω τίποτε για το Παράσιτο του Bong Joon-ho - όπως είναι ο τίτλος του στα αγγλικά. Η συνάντηση με μερικά έργα τέχνης είναι εμπειρία ζωής, και αυτό μού συνέβη με τούτους τους φετινούς "Κλέφτες καταστημάτων", που είναι ωστόσο πιο μαύροι και συγχρόνως πιο τερατωδώς αστείοι, και ας επιδεικνύουν λίγο την σεναριακή και σκηνοθετική μαεστρία τους.

Το ντοκυμανταίρ Η εικόνα που παρέλειψες του Donal Foreman είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα αντιπαραβολή και αντιπαράθεση πατέρα και γιου -κινηματογραφιστές αμφότεροι- με 'φόντο' τις 'ταραχές' της Β. Ιρλανδίας:  μορφικά άρτια, υπαινικτική και φτιαγμένη με μίγμα ευθύτητας και λεπτότητας.


Αλλά η παρεξήγηση και η περίπου περιφρόνηση της κριτικής (όση έπιασε το μάτι μου, έστω) για το Έργο χωρίς δημιουργό του Florian Henckel von Donnersmarck (ο πρωτότυπος τίτλος τού Μη χαμηλώνεις το βλέμμα, κουτσή απόδοση της αγγλικής μετάφρασης: Ποτέ μην αποστρέφεις το βλέμμα) μού φαίνονται ακατανόητες. Ναι, το έργο έχει πολλές πολύ -και δικαίως- συγκινητικές στιγμές, αλλά δεν είναι μελόδραμα. Είναι μια αριστοτεχνικά σύνθετη σπουδή στην τέχνη, την πολιτική, και την ιστορία - την ατομική ελευθερία, το πνεύμα, και τον ολοκληρωτισμό. Με σκηνοθετική άνεση, πολύ καλές ερμηνείες, χωρίς μορφικές πρωτοτυπίες - δεν στοχεύει εκεί: σαφώς επιθυμεί να είναι θελκτικό για το ευρύ κοινό (πού ο ψόγος;) Αλλά διαθέτει επίσης ουκ ολίγες διακριτικά ειρωνικές στιγμές - όπως οι δυο σκηνές που ανοίγουν και σχεδόν κλείνουν την ταινία. Στην πρώτη, ο φύλακας-ξεναγός της έκθεσης "Παρηκμασμένης τέχνης" επί ναζισμού, γίνεται ζοφερά κωμικός, όσο και ο ο δημοσιογράφος της Δυτικής Γερμανίας τρεις δεκαετίες αργότερα, που εκλαμβάνει ως "απρόσωπη" τέχνη (βλ. τον τίτλο της ταινίας) την πιο βαθειά και οδυνηρά προσωπική δημιουργία - που ωστόσο, για να λέμε του στραβού το δίκιο, το κρύβει επιμελώς, κι αυτό είναι μέρος της αξίας και της γοητείας της. Πέρα απ' όλα τ' άλλα, η ταινία μ' έκανε να ξανακοιτάξω τον Gerhard Richter - του οποίου η "φωτορεαλιστική" τεχνική 'εξηγείται' στο έργο με τρόπο εντελώς 'αντίθετο' απ' αυτό που επιφανειακά φαίνεται να ισχύει. (Το δε άρθρο της Dana Goodyear στον "New Yorker" για την σχέση του Ρίχτερ με την ταινία, είναι, πέρα από διαφωτιστικό, άκρως συναρπαστικό: https://www.newyorker.com/magazine/2019/01/21/an-artists-life-refracted-in-film)



21.9.19

everything happens to me















... or "A rainy day in New York"

https://youtu.be/wlwMvzotsz0

Vintage Woody Allen (όπως, δυστυχώς, παρά την μεγάλη τρυφερότητα και το τρελλό χιούμορ του, δεν ήταν το "Once upon a time in Hollywood" του Quentin Tarantino). Διασταυρούμενες ερωτικές ιστορίες, ιστορίες ενηλικίωσης και συνειδητοποίησης, κλεισίματα ματιού (έτσι μου φάνηκε) προς πλήθος κατευθύνσεις (π.χ. "Eyes wide shut" του Stanley Kubrick - η 'μυητική' νύχτα που το ζευγάρι περνάει χώρια, "Call me by your name" - εδώ, η *μητέρα* -μια εκπληκτική Cherry Jones, άνετα η καλύτερη ηθοποιός της ταινίας που μάλλον, ασυνήθιστα, πάσχει σε αυτόν τον τομέα- τού Timothée Chalamet τού κάνει ενός είδους coming out), και, φυσικά, μπόλικες ανατροπές και σπινθηροβόλες, ξεκαρδιστικές ατάκες (η προαναφερθείσα μητέρα: "Let's not split pubic hairs!"). 

Και ο Σαλαμέ να τραγουδάει -στην κομβική σκηνή που θαυμάσια σχολίασε και ανέδειξε ο Elias Maglinis [https://www.kathimerini.gr/1042305/article/politismos/kinhmatografos/otan-ola-symvainoyn-se-dyo-erwteymenoys-an8rwpoys]- το τραγούδι των Tom Adair και Matt Dennis, "Everything happens to me". Πρώτος διδάξας, ο Frank Sinatra το 1941, με την Tommy Dorsey Orchestra. Αλλά διαλέγω την 'ωριμότερη' ερμηνεία του 16 χρόνια αργότερα, με το Hollywood String Quartet. Στο βίντεο -βλ. σύνδεσμο πιο πάνω- εμφανίζονται και οι εξαιρετικοί στίχοι (o επίσης μαγικός -τι άλλο- Chet Baker δυστυχώς 'τρώει' τους δύο πρώτους):

Black cats creep across my path until I'm almost mad
I must have roused the Devil's wrath 'cause all my luck is bad
I make a date for golf and you can bet your life it rains
I try to give a party but the guy upstairs complains
I guess I'll go through life just catchin' colds and missin' trains
Everything happens to me

I never miss a thing, I've had the measles and the mumps
And every time I play an ace, my partner always trumps
I guess I'm just a fool who never looks before he jumps
Everything happens to me

At first my heart thought you could break this jinx for me
That love would turn the trick to end despair

But now I just can't fool this head that thinks for me
So I've mortgaged all my castles in the air

I've telegraphed and phoned, sent an Air Mail Special, too
You answer was "Goodbye", there was even postage due
I fell in love just once and then it had to be with you
Everything happens to me

I've never drawn a sweepstake or a bank night at a show
I thought perhaps this time I'd won but Lady Luck said "No"
And though it breaks my heart I'm not surprised to see you go
Everything happens to me

19.7.19

ίνγκερ κρίστενσεν: το πρώτο ποίημα




















Αν στέκω
μονάχο στο χιόνι
φανερό είναι
πως είμαι ρολόι

πώς αλλιώς η αιωνιότητα
το δρόμο της θα 'βρισκε

~

Πρωτοάκουσα -δεν πρωτοδιάβασα- ποιήματα της Δανής σπουδαίας ποιήτριας Inger Christensen, 'εμβόλιμα' στην εξαιρετική Δεσποινίδα Ζυλί του Στρίντμπεργκ που είχε σκηνοθετήσει η Βρετανίδα Katie Mitchell με την Schaubühne Berlin. Καταγοητεύθηκα, αλλά στάθηκε αδύνατον να βρω ποια ακριβώς ήσαν αυτά που ακούγονταν σ' εκείνη την παράσταση που είχαμε δει στο Φεστιβάλ Αθηνών επί Λούκου. Αρκετά χρόνια αργότερα, ο ενθουσιασμός των φίλων ποιητριών Κατερίνας Ηλιοπούλου και Γιάννας Μπούκοβα, με έστρεψε για τα καλά στο έργο της.
Έκανα την πιο πάνω πρόχειρη απόδοσή του πρώτου ποιήματος του πρώτου βιβλίου της, "Φως" (1962), από την μετάφραση τής βραβευμένης Susanna Nied (New Directions, 2011), η οποία στην εισαγωγή της αναφέρει τον πίνακα του Marc Chagall ως έναυσμα του ποιήματος.

1.7.19

12 βιβλία για το καλοκαίρι 2019




















ΠΟΙΗΣΗ


~ Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ,
Με άλλο βλέμμα, εκδ. Καστανιώτη 2018, σελ. 29. 
Με άλλο βλέμμα ήρθε η στιγμή / να δω τη ζωή μου / [...] / Δεν απαντώ∙ στο λιόγερμα βυθίζομαι / και προσπαθώ. Η απόγνωση και η παραίτηση που σημάδευαν την Ανορεξία της ύπαρξης (2011) δίνουν σταδιακά την θέση τους σε μια καρτερική αποδοχή, που εκβάλλει μέχρι και στην γαλήνια χαρά. Είκοσι ποιήματα βαδίζουν πάλι ανάστροφα την απόσταση από την απώλεια και τον θάνατο ώς τον έρωτα και την κραταιά φύση: «Επίλογος αέρας» επιγράφεται το ποίημα που κλείνει το βιβλίο – και τελειώνει με τους στίχους: Αλλά υπάρχει ο αέρας. / Πότε βουίζει, πότε φυσάει δροσερός / τη φουρτούνα φέρνει και την απανεμιά. / Ναι, αυτός είναι ο σωστός επίλογος / μιας ολόκληρης ζωής / που βέβαια στο γιατί ήρθε / ποτέ δεν απαντά. 

~ Ορφέας Απέργης, Η γλώσσα τους, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2019, σελ. 197. Πίσω από τις ρημαγμένες πόρτες το δίκιο / πίσω από τα θρεφτά κλάματα τη νιότη. Στο Υ (2011), με ήδη πεντακάθαρο τον προσωπικό του τρόπο, ο Ο.Α. ανέπλευσε την ιστορία και τους τρόπους της ελληνικής ποίησης και γλώσσας. Στο δεύτερο βιβλίο του, επιλέγει –διατηρώντας το πλάτος της ρήσης και το εύρος των αναφορών– μιαν Ιστορία του ελληνικού Εμφυλίου, πλαισιώνοντάς την με ‘αυτοβιογραφικά’ / οικογενειακά ποιήματα, και συντομότερους ποιητικούς στοχασμούς: περί (εθνικής και άλλης) ταυτότητας, γλώσσας, αισθημάτων, ηθικής στάσεως, κ.ά.. Έβγαζε φωνή το σκοτάδι / και μίλαγε // σα μέλος μουσικό / ενός συνολικού διαμελισμού. Για ό,τι όμως, κι αν μιλά, η τέχνη του μάς το δωρίζει ως βαθειά δικό μας – γιατί πάντα είναι βέρα ποίηση, και όχι για άλλο είδος του λόγου, μασκαρεμένο σε στίχους. Όταν αρχίζει και ξεχνάει / γεννιέται η ιστορία. – Π.Ι.

~ Αναστάσης Βιστωνίτης, Ποιήματα 1971-2008, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2018, σελ. 510. Πάνω στο βράχο / η μαύρη ακτίνα / κάρφωσε τη σαύρα. Κάθε συγκεντρωτική έκδοση, ειδικά αν έχουμε την σπάνια τύχη να αφορά ποιητή εν ζωή, μάς επιτρέπει να δούμε καλύτερα την διαδρομή του, να διακρίνουμε διακυμάνσεις, σχέσεις, επίμονα νήματα και σχήματα. Έρχεται ο άλλος χειμώνας / γεμάτος αγκάθια και ξερόχορτα / και το λάθος παιγμένο τραγούδι. Ο παρών τόμος περιλαμβάνει 13 συλλογές, συμπληρωμένες με την ενότητα «Ημερολόγια 1971-1982». Άνθη του κάκτου. / Το ασήμαντο / μιλάει στο φως. Φως και σκοτάδι, σώμα και ύλη, κυριαρχούν ως κυριολεξία και μεταφορά∙ το ελεγχόμενο μετα-εξπρεσσιονιστικό ύφος κυβερνάται από ποιητική στοχαστικότητα∙ μουσικότητα ζωογονεί την αλάνθαστα πλαστική γλώσσα. Έσβησαν στο ανάκτορο οι πυρσοί, / ένας φτερωτός μονόκερος / πέταξε κατάμαυρος μέσα από τη φωτιά του κήπου. 

~ Γιάννα Μπούκοβα, Drapetomania, εκδ. Μικρή Άρκτος, Αθήνα 2018, σελ. 63. Από θρησκευτική άποψη η λεγόμενη πτώση μας / ήταν πιθανόν άρνηση ακινησίας. / Δεν είναι δηλαδή που φάγαμε το μήλο, / είναι που δεν γίναμε δέντρα. Άξιζε να περιμένουμε 13 χρόνια για το δεύτερο, ελληνικής έκδοσης, ποιητικό βιβλίο της Γ.Μ.. Μία λαμπρή γιορτή άφθονων ποιητικών εμπνεύσεων που ωστόσο αρμόζονται και αναπνέουν και ευφραίνουν (αντί, κατά το σύνηθες, να αυτοκατακρημνίζονται και να ‘μπουκώνουν’), κι ένα πανηγύρι γλωσσικής πρωτοτυπίας, δραστικότατου χιούμορ, και δαιμόνια ευρηματικής χρήσης επιστημονικών και άλλων (ψευδο)πραγματολογικών στοιχείων. Το βρώμικο του μαύρου είναι άσπρο. Αυτό το ξέρει κάθε νοικοκυρά. Προκύπτουν έτσι ποιήματα με το πιο αλάνθαστο χαρακτηριστικό επιτυχίας: μας αναγκάζουν να τα ξαναδιαβάσουμε αμέσως μόλις τα τελειώσαμε. Αν ακολουθήσεις τα μυρμήγκια / πάντα θα φτάσεις σε κάτι τρομακτικό. – Π.Ι.

~ Χρήστος Μπράβος, Βραχνός προφήτης – Ποιήματα & Κριτικά κείμενα – 1981-1987, επίμ.-βιβλιογρ.-εργογρ.: Χρήστος Δανιήλ, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 2018, σελ. 185. Άνοιξη Κυριακής. Φωλιάζω στ’ / άσπρο κι ανασαίνω. Πίσω μου / τίποτα ούτε λουλούδι ούτε πουλί, / μπροστά μου άδειο. Κυλώ χωρίς τριβή. Στην σύντομη ζωή του (1948-1987), ο Χ.Μ. πρόλαβε να γράψει αδρά αλλά μειλίχια ποιήματα, κακοτράχαλα αλλά μουσικά. Στην πολύτιμη αυτή έκδοση, συγκεντρώνονται οι τρεις συλλογές, μαζί με τέσσερα κριτικά κείμενά του: αν και τρία αφορούν τον Σαχτούρη, είναι αξιοπρόσκετο πόσο (αντίθετα με πολλές σημερινές περιπτώσεις) η ποίηση τού Μ. δεν ‘σαχτουρίζει’∙ διδάσκεται δημιουργικά, αντλεί κι αυτή από το δημοτικό τραγούδι, και φτάνει σε κάτι προσωπικό κι αναγνωρίσιμο. Έπεφτε βράδυ / και το κόκκινο θροούσε. Η έκδοση συμπληρώνεται από επίμετρο, εργογραφία και βιβλιογραφία του επιμελητή – και με ευρετήριο τίτλων και πρώτων στίχων, ευχόμαστε, στην β’ έκδοση.

~ Ρωξάνη Νικολάου, Ψαλιδιστής, εκδ. τεχνοδρόμιον, Λεμεσός 2018, σελ. 81. Ξένο φως, άλαλο καρφί στο σώμα / ο ορίζοντας σαρώνει τ’ όνομά μου. // Το παράθυρο σιγοτραγουδά // – Τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα / τι όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά! Το ποίημα αυτό, με τον εξίσου εκπληκτικό τίτλο «Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό», δίνει το στίγμα τού δεύτερου ποιητικού βιβλίου της Ρ.Ν., όπου αποστάζεται εργασία της δεκαετίας 2008-2018. Εκλάμψεις νομισμάτων φίλησαν τις ανεμώνες / φίλησαν τον κύκλο των κυπαρισσιών. Ασυνήθιστης πυκνότητας και αυτοελέγχου λυρισμός (ποιήματα που σπανίως ξεπερνούν την σελίδα), μα και λεπτή ειρωνεία, είναι τα γνωστά εργαλεία χειρισμού γνωστών θεμάτων (η αγάπη, η φύση, η μητέρα, η παιδική ηλικία, ο θάνατος) που φανερώνουν ωστόσο μιαν ευπρόσδεκτα διακριτή φωνή. Θυμάμαι το μακρύ σου σώμα πώς κατάπινε τους δρόμους. – Π.Ι.

~ Ιφιγένεια Ντούμη, Love me tender, εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2018, σελ. 98. «Ο λόγος που θέλω να γίνω αναγνωρίσιμη», λέει ένας τίτλος – και συνεχίζει ο πρώτος στίχος: είναι για να μπορούν να φλερτάρουν οι άνθρωποι / στα βιβλιοπωλεία εξαιτίας μου. Άλλη μία από τις ευτυχώς αυξανόμενες περιπτώσεις της ελληνικής ποίησης, όπου η επί δεκαετίες ‘επιβεβλημένη’ σοβαροφάνεια και ο αυτο-οικτιρμός έδωσαν επιτέλους, ξέπνοοι, την θέση τους στο σαρωτικό χιούμορ και την ακομπλεξάριστη ανάδειξη ‘ανάξιων’ στιγμών της καθημερινότητας και ‘μπανάλ’ αισθημάτων – ως εργαλεία ποιητικού στοχασμού: Το καλοκαίρι πέρασε κι οι άνθρωποι του νησιού δαγκώνουν την αμπούλα με την ανία που κρατούσαν τόσους μήνες μέσα στο στόμα τους. Προσθέστε σ’ αυτά έναν ερωτισμό που δεν ακκίζεται ούτε αυτοθαυμάζεται, αλλά παίζει ακαταπόνητος: Κουρνιασμένο ανάμεσα στα πόδια μου / το δώρο μου για σένα. / Το κρατούν ζεστό τα δάχτυλά μου, / του ψιθυρίζω τ’ όνομά σου κι ανασταίνεται.

~ Άκης Παραφέλας, παρασημαντική, εκδ. Θράκα, Λάρισα 2018, σελ. 57. Μες στου κινδύνου τους τριγμούς / στων αινιγμάτων τη συνείδηση να είμαστε η μόνη ίσως δυνατότητα ελάτε. Παρότι πληθαίνουν, ακόμα σπανίζουν τα βιβλία ποίησης που είναι αληθινά, αρχιτεκτονημένα, βιβλία, και όχι απλές ‘συλλογές’. Το να είναι τέτοιο ένα πρώτο βιβλίο (βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου στην Ποίηση του περιοδικού «Αναγνώστης»), το καθιστά ακόμα πιο αξιοπρόσκετο. Ειδικά όταν είναι κατορθωμένο και το ύφος: τολμηρό και απαιτητικό – επίθετα επιλεγμένα όχι για να αποθαρρύνουν, παρά να ερεθίσουν. Οργανωμένο σε τρεις ενότητες και χρησιμοποιώντας ‘συμβολικά’ ‘πρόσωπα’ σαν την «Ειρήνη Ξένου», το βιβλίο του Ά.Π. ταλαντώνεται ανάμεσα στις εξωτερικές και κάποτε πολυπρόσωπες εικόνες και την εσωτερική, μοναχική, κοπιώδη διερεύνηση της αυτοσυνειδησίας, για να συστήσει τους όρους της συνομιλίας του «θραύσματος και της εγγύτητας». Εγώ ήθελα με τη φόρα που έχει ένα κλουβί όταν σπάει ν’ ακούσω τ’ όνομά της το οποίο συνέχεια μού διέφευγε. – Π.Ι.

~ Σαιν-Τζων Περς, Ακτοσημεία – περιλαμβάνει τα Πουλιά, μτφρ. Ελένη Κόλλια, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2018, σελ. 226. Έξω, ο ουρανός από τ’ αλάτινά του βράγχια παίρνει αέρα. Η καλοκαιρινή βραδιά χτίζει τα πανιά της και πίσω καλεί τις φτερωτές της βάρκες. Στης μολόχας το κρασί βρίσκει καταλαγή η σελήνη. Όσο κι αν η αργόσυρτη και μεγαλοεπής ποίηση –σε πεζές παραγράφους– του Σ.-Τ.Π. (1887-1975) μπορεί σήμερα να φαντάζει ‘παλιομοδίτικη’, και μόνο για το ότι μαζί της ασχολήθηκαν και ο Παπατσώνης και ο Σεφέρης, μας αφορά. Μα και ανεξαρτήτως τούτων, τα ποικίλα θέλγητρά της, για τον υπομονετικό και απροκατάληπτο αναγνώστη, παραμένουν ενεργά: Πουλιά, γεννημένα από μια πρώτη διακύμανση με σκοπό τον μεγαλύτερο επιτονισμό... Η έκδοση συμπληρώνεται με την ομιλία τού ποιητή κατά την αποδοχή του Βραβείου Νομπέλ το 1960. Και ήδη το πρωί η Θάλασσα τελετουργική και καινούργια πάνω απ’ τα αετώματα του χαμογέλασε.

~ Νίκος Σταυρόπουλος, Έβδομος όροφος, εκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 2018, σελ. 66. Οι δείκτες του ρολογιού θερίζουν λεπτά / χωρίς να γίνονται στάχυα σε δεμάτια / να φανεί σαν πράγμα ο χρόνος / ένα αντικείμενο καλυμμένο από τα όριά του. Μετά την εκθαμβωτική Εξωγή δωματίου (2003), ο Ν.Σ. επανέρχεται με αρτιωμένη την προσωπική φωνή του. Φύλλα ανταλλάσσουν με τον ήλιο τη γοητεία της αλήθειας. Ρωτάς φως και μουσική, γη και ουρανό∙ σου απαντά η σκέψη της ποίησης. Κι όσο το βάρος που κουβαλάς μεγαλύτερο / τόσο αιφνίδια κι ελαφριά είναι η απάντηση. Ο Ν.Σ. δεν φοβάται το πέρασμα από την φύση στην μεταφυσική – γιατί δεν κηρύττει: την ποιητική σαγήνη του ακολουθούμε. Οι σταγόνες χτυπούν το τζάμι / σαν πετραδάκια φωτός / έχω ησυχάσει πια / δε νοιάζομαι / η ζωή είναι ανέπαφη απ’ το θάνατο / αν την αγγίξει δεν είναι ζωή.

~ Μαρία Τοπάλη, Μαζί τ’ ακούγαμε, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2018, σελ. 73. Μετά την σφιχτοδεμένη, σχεδόν ανυπόφορη σε πυκνότητα και βάθος συγκίνησης, Βερμίου κατάβαση (2010), η Μ.Τ. ανοίγει και βεντάλια, και παλέττα. (Ξανα)δοκιμάζει μορφές, και (ξανα)παίζει σε διάφορους τόνους. Δεκατέσσερα λεπτοφυή «Εποχιακά Χάικου» ακολουθούνται από «Τα καινούρια ρούχα του βασιλιά», όπου η ιδιοφυής σάτιρα δεν καταφέρνει –ούτε επιθυμεί– να εκτοπίσει εντελώς το μάγεμα∙ η σάτιρα πικραίνει και ‘τρελλαίνεται’ στις «Λέξεις μου»∙ και το (υποψήφιο για το βραβείο Ποίησης του περιοδικού «Αναγνώστης») βιβλίο κλείνει με «Το Βιβλίο Ιούλιος Βερν – μια παλιά οικογενειακή υπόθεση»: δεκασέλιδο ποίημα που συνεχίζει το γόνιμο παίδεμα της συνύφανσης βίου και τέχνης, προσωπικού και ιστορικού, που καλλιεργεί εδώ και χρόνια η Μ.Τ.. Αναπνοή που ταϊσμένη με σκιές / τσαλαβουτάς σε παύσεις / ψάχνοντας τη δροσιά σε όνειρα θ’ ανέβεις / να κυνηγήσεις τις ζεστές φωνές. / Πάντα, το παραμύθι είναι σεισμός / τα πιατικά του τρέμουν. 

~ Μάριος Χατζηπροκοπίου, Τοπικοί Τροπικοί, εκδ. αντίποδες, Αθήνα 2019, σελ. 90. Άντρας αν ήσουν για κυρά, άγιος, στοιχειό, νεράιδα, / για μένα είσ’ ο Αντρειωμένος μου και σου χρωστώ τον κόσμο [1]. Ο Αλέξανδρος Πολίτης, διωγμένος απ’ το πατρικό του, έκλεψε τον φάκελλο με τα «Απόκρυφα Τραγούδια του Ελληνικού Λαού» [1] που είχε συλλέξει ο Νικόλαος Πολίτης∙ στα ταξίδια του, αφενός τα διέδωσε σε αλλοεθνείς γηγενείς που τα ιδιοποιήθηκαν, αφετέρου οικειοποιήθηκε ξένες λέξεις για να υφάνει τα δικά του ποιήματα [2]∙ ο νεοελληνιστής Νικηφόρος Ερράντες προλογίζει και σχολιάζει∙ το ‘ζαμπέλιο’ επίμετρο υπογράφει ο ελληνο-βραζιλιάνος καθηγητής, εγγονός του Ν. Πολίτη. Αυτό το μεθυστικό παιχνίδι στήνει ο Μ.Χ. στο συναρπαστικό πρώτο του βιβλίο, ποιητικό επίτευγμα που εκλύει γνήσια συγκίνηση μαζί και διανοητική απόλαυση. Μαύρα κουρέλια των γιαγιάδων / μάλλινη ζέστα μες στο μεσημέρι / η μυρωδιά σας χράμι / και δροσιά [2].

24.3.19

σκιά











[spoiler alert :-)]
Όλες ανεξαιρέτως οι ταινίες τού Ζανγκ Γιμού προσφέρονται για πολιτική -ή, το λιγότερο, για ηθική- ανάγνωση: είτε οι 'ρεαλιστικές' του, είτε οι πιο 'εικαστικές' του, είτε τα 'υπερθεάματα πολεμικών τεχνών'. (Και είναι στοιχειώδης ευθύνη των κινηματογραφικών κριτικών να μη ξεγελιούνται απ' την όψη - αλλ' άλλη συζήτηση αυτή, τώρα...) Έτσι και στην Σκιά, υποβαλλόμαστε σε διαρκή -έως το τέλος- αμφισβήτηση των χαρακτήρων. Αλλά κάποιες βασικές γραμμές είναι αρκούντως ευδιάκριτες, και με μεγάλη τέχνη παρουσιασμένες:










Την δύναμη της αδυναμίας -το στοιχείο γιν (yin): την βροχή, την 'απαλή', 'θηλυκή' προσέγγιση, την άμυνα, την ομπρέλλα αντί το δόρυ-ξίφος, την σκιά, εντέλει, αντί του φωτός- ως τεχνική της μάχης, θα διδάξει στην 'Σκιά' (τον σωσία) του Στρατηγού συζύγου της η Γυναίκα. Και αυτήν θα εφαρμόσουν μαζί του, μερικές εκατοντάδες κατάδικοι-παρίες (όπου εμφανώς κυριαρχούν 'θηλυπρεπείς' μορφές), για να νικήσουν, ως στρατιώτες του βασιλείου Πέι, το βασίλειο του Γιανγκ (yang: το αρσενικό, δυναμικό, επιθετικό - το συμπληρωματικό του γιν, εν συντομία). Όμως ούτε ο βασιλιάς τού Πέι, ούτε ο ίδιος ο Στρατηγός -που, μηχανορράφοι και διαβρωμένοι αμφότεροι από την εξουσία και την ισχύ, εντέλει θα συντριβούν- είναι απλοί χαρακτήρες - όπως δεν είναι και ο 'εκλεκτός' που θα φέρει και θα απολαύσει την νίκη: η "Σκιά" (που τον έχουν απαγάγει παιδί, εκπαιδεύσει σκληρά, χρησιμοποιήσει για να 'προστατευθεί' ο Στρατηγός, τού έχουν δολοφονήσει την μητέρα, κ.λπ.). Θα τους υποκαταστήσει μεν, αλλά μόνον όταν πια και η δική του διάβρωση θα έχει φτάσει στο κόκκαλο (κυριολεκτικά σχεδόν).
Και η Γυναίκα -η ταινία τελειώνει με το αρχικό της πλάνο-, πάλι αλαφιασμένη μάρτυς της νέας κατάστασης πραγμάτων θα γίνει.