23.7.16

virginia / ζωή













Ας εξηγηθώ: ο κήπος μας συνορεύει με τον περίβολο της εκκλησίας, κι όταν κοιτάμε τα μελίσσια μας, συχνά κάποιον θάβουν από την άλλη μεριά του τοίχου [1]

Είναι βήματα βιαστικά σαν ασύλληπτα,
στο σκιερό μονοπάτι
Χωρίς να σου φύγει,
τα χέρια σου φαίνονται άδεια,
σα να κράτησες μουσική [2]
~
[1] Virginia Woolf to Hugh Walpole, 25 August 1929 [in: Joanne Trautmann Banks [ed.], Selected Letters, Vintage Books, 2008 [μτφρ.: Π.Ι.] 
[2] Ζωή Καρέλλη, στίχοι από το ποίημα "Η ελπίδα", γραμμένο το 1952 στο Αγρόκτημα Παν/μίου Θεσσαλονίκης [στο: Τα ποιήματα - Τόμος β' (1955-1973), Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2000.]

15.7.16

virginia & natalia


















"Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο απ' την ντροπαλοσύνη ανάμεσα σε δυο ανθρώπους που κάποτε αλληλομισήθηκαν. Δεν καταφέρνουν πια να πούνε τίποτε. Ευγνωμονούν ο ένας τον άλλον που δεν λαβώνουν και δεν γρατζουνάν, μα η ευγνωμοσύνη αυτού του είδους δεν βρίσκει τον δρόμο των λέξεων." [1]

Έφυγα με τις Επιστολές της Βιρτζίνια Γουλφ - γύρισα με το "Αγαπητέ Μικέλε" της Νατάλια Γκίντσμπουργκ. Δυο βιβλία που οδεύουν -με άφθονες παρεκκλίσεις χαμόγελου ή και γέλιου- καταμέτωπο στον θάνατο, κι όμως παρέχουν την απαρηγόρητη παρηγοριά που είναι σε θέση να προσφέρουν, ο ένας στον άλλον, οι άνθρωποι που έχουν διαβεί την απελπισία, και βγει στο ανηλεές μα μόνο σωτήριο φως.

"Λοιπόν αν γινόταν να 'μαστε λιγάκι διασκορπισμένοι - [με] την θέα ή τα αρχοντικά κτίσματα να μεσολαβούν ανάμεσά μας, τότε θα μπορούσαμε να πλεύσουμε σταδιακά και ήρεμα σε πλάτη οικειότητας που στα σαλόνια δεν τα φτάνουμε ποτέ." [2]

[1] Natalia Ginzburg, Caro Michele, Einaudi, 1995 / [2]  Virginia Woolf, Selected Letters [ed. Joanne Trautmann Banks], Vintage, 2008: to Vita Sackville-West, Wednesday 23 September 1925 / αμφότερες οι πρόχειρες μεταφράσεις, δικές μου.

19.6.16

προς αριστόδικον



















ΠΡΟΣ ΑΡΙΣΤΟΔΙΚΟΝ


Μετά την εξόρυξη, αν το μάρμαρο δεν πρόκειται να δουλευτεί αμέσως, το χώνουν πάλι μες στο χώμα: να μείνει δροσερό, να διατηρήσει τους χυμούς του.

~

Στα θεμέλια του σπιτιού όπου παραθερίζαμε τα παλιά χρόνια, είχε βρεθεί αρχαίος δρόμος, με ίχνη αμαξιού στον βράχο. Και, πλάι του, μια επιτύμβια στήλη. Στο πιο πάνω τετράγωνο, οι αρχαιολόγοι ούτε που διαμαρτύρονταν όταν χωνόμουν μες στα πόδια τους. Κι αφού εγκαταλείψαν την ανασκαφή, πήγαινα κι έκρυβα εκεί θησαυρούς μικρούς ανάμεσα στα αρχαία: έναν φακό, μια μπατταρία πλακέ, ένα κουτάκι σπίρτα, δυο αυτοκινητάκια. Για ώρα ανάγκης.

~


Γεννήθηκα απέναντι από το Αρχαιολογικό Μουσείο. Από παιδάκι, όποτε έμπαινα, έστριβα αριστερά και, με ανασηκωμένο το κεφάλι, γύρευα το μειδίαμα των Κούρων.

Αυτοί οι επιτύμβιοι ανδριάντες ήτανε χρέος στον νεκρό που το υπαγόρευε κάποια υψηλότερη τάξη πραγμάτων;

Πώς έδωσε μορφή η τέχνη σε τέτοιες επιθυμίες;

Σχεδόν ταυτόχρονα εμφανίστηκαν αγάλματα στα ιερά των θεών και στους τάφους. Το επιτύμβιο άγαλμα είναι και μορφή του αντικειμενικού χρέους προς τον νεκρό, και εκπλήρωση της πνευματικής ανάγκης των ζωντανών να έχουν μπροστά τους την εικόνα του.

Βγαίνοντας, έκανα τσουλήθρα στα επικλινή μάρμαρα, δεξιά κι αριστερά απ' τα φαρδιά σκαλοπάτια του προαύλιου. Τα μάρμαρα, βαθουλωμένα στη μέση, γλυμμένα από την χρήση, ήσαν σχεδόν απαλά – και πάντα ζεστά.

~



















Ο Αριστόδικος, ο τελευταίος Κούρος, δεν χαμογελά.

Τα μάτια του Αριστοδίκου ισκιώνουν –όχι μόνο κυριολεκτικά, από την πλαστική της κόχης τους– αλλά και μεταφορικά, σαν από τον ίσκιο της μνήμης.

Στο Μουσείο, τον συναντάμε όντως τελευταίο στην σειρά έκθεσης των Κούρων. Ο Χρήστος Καρούζος –Διευθυντής από το 1942 ώς το 1964, δεινός αρχαιολόγος, απαράμιλλος συγγραφέας, λάτρης της ποίησης– που τον αγάπησε και τον μελέτησε, υπολογίζει πως θα πέθανε στα 25 του χρόνια, περί το 500 π.Χ.. Σε πολύτιμο μάρμαρο της Πάρου –το ιδανικότερο για το πλάσιμο του σώματος– ζήτησαν οι δικοί του να λαξευτεί ολόγλυφη η μορφή του. Την έστησαν στον τάφο πλάι στον δρόμο –όπως συνηθιζόταν– έξω από τα κτήματά τους στα Μεσόγεια, στη θέση “Φοινικιά”. Μα είκοσι χρόνια αργότερα, πλάγιασαν και το άγαλμα πάνω από το θαμμένο σώμα, το σκέπασαν με χώμα. Να σώσουνε το σήμα του νεκρού από τους Πέρσες, που θα κατέκαιγαν όλη την Αττική, ώς και τον Παρθενώνα.

Άφθαρτο σχεδόν, προστατευμένο απ' την βροχή και από τον ήλιο, το μάρμαρο ξαναγύρισε στη γη.

Αναδύθηκε πάλι 25 αιώνες αργότερα.

Το 1944, ο κτηματίας στέλνει εργάτες να οργώσουν το χωράφι του. Το άροτρο βρίσκει στην πέτρα. Ξανά και ξανά. Πιάνουνε τσάπες να τη βγάλουν, ξεθάβουν σώμα ακέραιο.

Μόνο τα χέρια λείπουν. Και τα πόδια σπάζουν στα λεπτά σφυρά.

Θα ήτανε αχαριστία να παραπονεθούμε για τον βαθμό διατήρησής του. Μόνο τα χέρια λείπουν ολότελα. Από τις μικρότερες πληγές, η πιο ενοχλητική είναι η παραμόρφωση στα μάτια, στα χείλη
και στη μύτη πριν απ' όλα, που θα οφείλονται στο συχνό πέρασμα του αλετριού από πάνω τους.


Για χρόνια πέρναγε το αλέτρι
πάνω από το πρόσωπο

Ξανά και πάλι πέρναγε το αλέτρι
πάνω από το πρόσωπο


Φορτώνουνε το άγαλμα σε κάρο, το σκεπάζουν με άχυρα, το πάνε στο Μουσείο κρυφά. Στο άδειο Μουσείο: όλα τ' αγάλματα κοιμούνται ήδη θαμμένα μες στο χώμα, κάτω από τα δάπεδα των αιθουσών, απ' τις παραμονές της εισβολής των Γερμανών. (Εργασία πολύμηνη και μυστική· πρωτοστατεί η Σέμνη Καρούζου.)

Τα μνημεία που σώθηκαν είναι “παίδες της τύχης”.

~

Παλεύω ακόμα να δω
τι κράταγαν τα χέρια

Καρπούς
φιάλη τάσι
όπλο ή χαλινάρι

Ή τίποτα –
Παλάμες ανοικτές
γεμάτες ερχομό

Θα μπορούσαν να κρατούν
ζυγό
να τείνουν
τα δίκαια αντίθετα
Όμως λείπουν

Στην γη
απ' όπου βγήκαν
επέστρεψαν άπρακτα
Όπως το όρισε
η τάξη του χρόνου

Τώρα σε ίση απόσταση
σπασμένα
ισορροπούν



















~

Το άγαλμα δεν απλώνει τον κόσμο του προς τα έξω, αλλά έχει συμμαζέψει τις δυνάμεις του και σαν να συλλογιέται κάτι που αναδεύει μέσα του.

Ο Καρούζος, στην εργασία του για τον Αριστόδικο, περιλαμβάνει και μακρύ κατάλογο
αττικών γλυπτών της περιόδου 550-480 π.Χ.. Εκεί, δυο φορές μνημονεύει τον Ρίλκε:

540-530
...
Στήλη δυο αδερφιών Νέας Υόρκης και Βερολίνου – απαραγνώριστη φαίνεται η συγγένεια του κεφαλιού του κοριτσιού με το κεφάλι “
Rilke” του Λούβρου
...
Αντρικό κεφάλι Λούβρου 695 – που ίσως, κατά τον
Haussmann, να είναι αντικείμενο του σονέττου του Rilke Fruehe Apollo”


Όπως, καμμιά φορά, από κλαδιά γυμνά ακόμα,
κρυφοκοιτάζει μέσα ένα πρωί
έχοντας μπει στην άνοιξη για τα καλά:
έτσι στην κεφαλή του τίποτε δεν σταματά

την λάμψη των ποιημάτων όλων να μας χτυπά
σχεδόν θανατηφόρα· γιατί δεν είν' ακόμα
μες στο βλέμμα του σκιά κι οι κρόταφοί του
δροσεροί πολύ για δάφνες, ακόμ' αργεί

να υψωθεί ψηλόκορμος μεσ' απ' τα φρύδια
ο ροδώνας απ' όπου θ' αποσπώνται πέταλα, ένα ένα
ώς να σταθούν στο ρίγος του στόματος,

που σωπαίνει ακόμα, τρεμοπαίζει άθικτο
μονάχα κάτι πίνοντας με το χαμόγελό του
σάμπως να του σταλάζαν το άσμα του εντός του.


Πρόκειται για ποίημα που ο Ρίλκε έγραψε στο Παρίσι, στις 11 Ιουλίου του 1906. Παρότι έχει λήξει, τον Μάιο της ίδιας χρονιάς, με ρήξη των δύο ανδρών, η εννεάμηνη θητεία του ως γραμματέα του Ροντέν, τα Νέα Ποιήματά του –το Α' Βιβλίο (1907) των οποίων ανοίγει με αυτό ακριβώς το σονέτο– είναι γραμμένα υπό την επίρροια του μεγάλου γλύπτη, που σαν να του ξανάμαθε να κοιτάζει και να στοχάζεται. Τρία χρόνια νωρίτερα, προς το τέλος του δοκιμίου του, Ωγκύστ Ροντέν, ο Ρίλκε είχε γράψει για τα γλυπτά του: “μια σπουδαία χειρονομία μοιάζει να ζει και να εξαναγκάζει τον χώρο να συμμετέχει στην κίνησή της”.

~

Επάνω στη βάση υψώνεται η νεανική μορφή του Αριστοδίκου, λυγερή στη βαθύτερη σύλληψή της. Δύσκολα μπορούμε να πούμε ότι στέκεται. Πιο κοντά πηγαίνομε σε τούτη την εικόνα του ανθρώπου που σαλεύει, λέγοντας ίσως πως κρατιέται. Ούτε μπορούμε να μιλάμε για κατάσταση όπου έφθασε, αλλά για δύναμη που βρίσκεται σε δράση.

~

Οι επιτύμβιοι ανδριάντες σταματούν, όσο βλέπομε σήμερα, λίγο μετά τα 500 π.Χ., για καμμιά 60αριά χρόνια. Η αρχαιολογική έρευνα έχει δεχτεί, ομόθυμα σχεδόν, την εικασία του Milchhoefer ότι ένας νόμος που ο Κικέρων λέει ότι βγήκε στην Αθήνα “κάμποσον καιρό” μετά τον Σόλωνα, κατά της πολυτέλειας των σημάτων, πρέπει να ανήκει σ' αυτά ακριβώς τα υστεροαρχαϊκά χρόνια, και πιθανότατα στον Κλεισθένη, όπως έχει υποθέσει ύστερα ο Hirschfeld. Ο Κικέρων είναι γνωστό πως έχει πηγή τον Δημήτριο τον Φαληρέα, κι αυτός πάλι ο vir eruditissimus, παίρνει πληροφορίες και υποδείγματα για τους δικούς του ριζικούς περιορισμούς των επιτυμβίων από τον Πλάτωνα και από την αρχαιότερη αττική νομοθεσία. Ελκυστική υπόθεση αλλά υπόθεση μόνο ότι ο νόμος αυτός είναι σύγχρονος και όχι άσχετος με τον περί οστρακισμού νόμον.

Παρολίγο δεν θα υπήρχα

~


Α Ρ Ι Σ Τ Ο Δ Ι' Κ Ο: το όνομα του νεκρού στη γενική, στη βάση του αγάλματος.

Το απλό όνομα ενός ανθρώπου είναι ισοδύναμο με την ανωνυμία.

Η βάση σώζεται, και το όνομα, και η πλίνθος του αγάλματος. Αλλά –πράγμα παράξενο, αναπάντεχο για τέτοιο έργο– επιτύμβιο επίγραμμα, πουθενά.


Φωνή
που δεν φτάνεις απ' την πέτρα
λέγε

Ποιανού πρόσωπο;
Το μακρινό το αγγίζει
όπως ο πόνος επιστρέφει
στον μαύρο κάτοχό του

Τα μάτια πλέον
δεν εναντιώνονται
στο ωραιότερο πράγμα
να αναβλύσει
απ' την απαρνημένη ζωή

Κάθε πρωί
ένα τραγούδι επιζεί
Από τα όνειρα

Εκείνου, ποιο να στάλαξε
μες στα μισανοιγμένα χείλη
και όρθιος, ακέραιος τώρα τραγουδά;

Κατώφλι των ασμάτων
στόμα
νεότητας που χάθηκε

Μουσική
πνοή των αγαλμάτων
σιωπή των εικόνων

Χώρε της καρδιάς
αίφνης τόσο μεγάλε














Σημείωση: Το κείμενο αυτό είναι θραύσμα έργου εν προόδω, ενταγμένο σε ειδικά συμφραζόμενα για την έκδοση NICE! Είναι δυνατή η επιστροφή;, επιμ.: Salon de Vortex (Γ. Γρηγοριάδης & Γ. Ισιδώρου), εκδ. Lo and behold, 2016. Στον ίδιο τόμο δημοσιεύτηκαν και τα τρία ζεύγη φωτογραφιών μου που, μαζί με την φωτογραφία μου του αγάλματος, συνοδεύουν το κείμενο εδώ. Με πλάγια στοιχεία, φράσεις από την μονογραφία του Χρ. Ι. Καρούζου, Αριστόδικος (1961). Η μετάφραση του ποιήματος του Ρίλκε είναι της Μαρίας Τοπάλη. Η απόδοση της φράσης του Ρίλκε από το δοκίμιό του, Ωγκύστ Ροντέν, έγινε μέσω της αγγλικής μετάφρασης των Τζέσσι Λεμόντ και Χανς Τράουζιλ (1919).

19.5.16

πολωνία



















Η Πολωνία -τρίτο βιβλίο με ποιήματα- κυκλοφόρησε. Aπό τις Εκδόσεις Καστανιώτη, όπως και Το σωσίβιο (2008) και ο Ακάλυπτος (2013).


Στο εξώφυλλο, έργο του Νίκου Κρυωνίδη: το άλογο θυμίζει τους szlachta, τους 'οπλίτες' της πολωνικής 'δημοκρατίας' - όσο για την μαύρη 'χειρονομία' πάνω του...

2.4.16

εγκαρδίωση




























Ο Γιαν Φαμπρ, έστω και κατά την διάρκεια της πτήσης του προς την Αθήνα προ ημερών, θα μπορούσε να έχει ελέγξει μερικά στοιχεία για το Φεστιβάλ του οποίου είχε κληθεί να ηγηθεί. Να δει, φερειπείν, κατά πόσον και σε τι βαθμό αυτό δεν ήταν ήδη διεθνές (τα πιο πρόσφατα σχετικά στοιχεία έχει εύγλωττα συνοψίσει, στα αγγλικά, ο Κυριάκος Καρσεράς στην σελίδα του στο facebook). Και θα όφειλε να έχει κατανοήσει ότι άλλο πράγμα είναι ένα φεστιβάλ –είτε διεθνές, είτε μη– και άλλο μια πενταετής καλλιτεχνική ακαδημία (σχέδια για μιαν εκδοχή της οποίας παρουσίασε).

Αγνοώ πώς προέκυψε η ιδέα της ανοιχτής πρόσκλησης προς καλλιτέχνες που εργάζονται στην Ελλάδα (υιοθετώ την ορθή επισήμανση της Κωνσταντίνας Βούλγαρη, αντί του “Έλληνες”) να συγκεντρωθούν για να συζητήσουν τρόπους αντίδρασης στις κωμικοτραγικές εξαγγελίες του παρολίγον νέου καλλιτεχνικού διευθυντή – και, βεβαίως, στην επιλογή, υποδοχή, και πλαισίωσή του από την πολιτική ηγεσία. Ευχαριστίες, ωστόσο, οφείλονται στην Άννα Κοκκίνου, που προσεφέρθη να φιλοξενήσει την συγκέντρωση αυτή στο θεάτρό της, την “Σφενδόνη”.

Η πρόσκληση ήταν για τις 13:00 – στις 13:15 ακριβώς, προσεκλήθημεν να καθήσουμε, και ο Αργύρης Ξάφης πήρε την αγαθή πρωτοβουλία να ορίσει, και ανέλαβε να συντονίσει την διαδικασία, ηγούμενος τριμελούς επιτροπής. Για να παίξουμε λίγο χαριτολογώντας με ποσοστά, η επιτυχία της συγκέντρωσης πιστώνεται, κατά την εκτίμησή μου, κατά 51% στον άψογο, αποτελεσματικό και ακομπλεξάριστο, συντονισμό του, και κατά 49% στην ωριμότητα των εκατοντάδων (500 με 700, απ' ό,τι γράφτηκε) συμμετασχόντων. Μέχρι τις 15:15 (οπότε και ήμουν αναγκασμένος να αποχωρήσω), μόνο σε δύο σύντομες αντεγκλήσεις χρειάστηκε –πότε με ευγενική πυγμή, και πότε με σωτήριο χιούμορ– να επαναφέρει την τάξη ο συντονιστής. Ακούστηκαν περί τις 30 τρίλεπτες (σπανίως υπερέβησαν οι ομιλητ[ρι]ες τον προσυμφωνημένο χρόνο) τοποθετήσεις – κάποιες, συνοδευόμενες και από συγκεκριμένες προτάσεις. Η τρίτη κατά σειράν, του Γιάννη Μαυριτσάκη, που εντέλει υιοθετήθηκε κατά πλειοψηφίαν, είναι η ήδη δημοσιευμένη [π.χ., εδώ] πρόσκληση παραίτησης προς τον Φαμπρ – και η οποία δεν μπορεί παρά να συνέβαλε (εάν δεν τις καθόρισε) στις σημερινές εξελίξεις. Απάντηση στην δεύτερη, επίσης κατά πλειοψηφίαν υιοθετηθείσα, πρόσκληση παραίτησης, προς τον Υπουργό Πολιτισμού, ακόμη εκκρεμεί.

Ο γράφων πήρε το θάρρος να διατυπώσει μία συμπληρωματική προς οποιαδήποτε έκφραση διαμαρτυρίας πρόταση προς διερεύνηση, με το σκεπτικό πως η αντίδραση του καλλιτεχνικού κόσμου θα έπρεπε, πέρα από άμεση, να είναι επίσης:

α) έμπρακτη,
β) εποικοδομητική,
γ) και να επιβεβαιώνει το γεγονός πως οι Έλληνες καλλιτέχνες ήδη συνομιλούν με τους ξένους συναδέλφους τους.

Τα προς διερεύνησην θα αφορούσαν:
  1. την εξεύρεση χώρων (π.χ. στον άξονα Ακρόπολη – θαλάσσιο μέτωπο, με τους ουκ ολίγους θεατρικούς και άλλους χώρους εκδηλώσεων, αλλ' ενδεχομένως και με την υποστήριξη της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, καθώς και του Κέντρου Πολιτισμού του Ιδρύματος Σταύρου Νιάρχου), οι οποίοι και θα επωμίζονταν την αποκλειστική ευθύνη φιλοξενίας εκδηλώσεων (για να απλοποιηθούν και να αποκεντρωθούν οι πρακτικές διαδικασίες, αποφεύγοντας τις συνήθως δυσκίνητες επιτροπές),
  2. το αν 2,5 μήνες προετοιμασίας των εκδηλώσεων θα επαρκούσαν, για μια σειρά εκδηλώσεων που θα άρχιζαν μία εβδομάδα πριν από το φεστιβάλ, και θα συνεχίζονταν για άλλες δύο (ώστε να προκύψει και σύγκριση προσέλευσης),
  3. την συμβολική προϋπόθεση σε κάθε εκδήλωση να συμμετείχαν εργαζόμενοι στην Ελλάδα αλλά και εκτός Ελλάδος καλλιτέχνες, σε αναλογία 1:1.
Οι κύριοι λόγοι για την διατύπωση αυτής της μάλλον αφελούς, υπεραισιόδοξης, και οπωσδήποτε μη δημοφιλούς κατά την συγκέντρωση, πρότασης ήταν δύο:
  • η δυσπιστία μου για την αποτελεσματικότητα, υπό τις τρέχουσες συνθήκες, των επιστολών διαμαρτυρίας (βλ. σχετικά τα προ αποπομπής Λούκου – αλλά χαίρομαι που η δυσπιστία μου αυτή μοιάζει προσώρας να μην ευσταθεί πλέον),
  • η πίστη μου στην αξία τής –πέρα από τα λόγια– εν τοις πράγμασι επίδειξης / απόδειξης του τι μπορούμε να καταφέρουμε 'μόνοι μας'.
Η ένσταση της Εύας Νάθενα (με το παράδειγμα της αποχώρησης των Ελλήνων κινηματογραφιστών από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, και της κατοπινής “αποτυχίας” του ανεξάρτητου κινήματός τους, “Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη”), ότι η εθελούσια αποδέσμευση από κρατικούς θεσμούς είναι ολέθρια, ακούγεται ευλογοφανής, αλλά η σχέση αιτίου και αιτιατού σκόπιμο θα ήταν να επανελεγχθεί. (Ακόμη και αν αποδειχθεί ότι όντως “απέτυχαν” οι “Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη”, οφείλουμε να διερωτηθούμε αν είναι μονόδρομος η αποτυχία τέτοιων –και μάλιστα συμβολικών και παροδικών– 'αποσχίσεων'. Αν όντως ήταν, πώς θα εξηγούσαμε την επιτυχία των Ιμπρεσσιονιστών, ή του “Fringe” του Φεστιβάλ Εδιμβούργου, φερειπείν;)

Πολύτιμη η προτροπή της Όλιας Λαζαρίδου για καλή προετοιμασία οποιουδήποτε μελλοντικού, 'ανεξάρτητου' ή μη, φεστιβάλ, ώστε να μην είναι 'πρόχειρο' ή “γραφικό”.

Και, βεβαίως, μεγάλης και διαρκούς σημασίας οι επισημάνσεις:

i) για την ανάγκη πρότερης αποπληρωμής των χρεών προηγουμένων ετών προς καλλιτέχνες (Αργύρης Πανταζάρας, κ.ά.), και

ii) για την θεσμική θωράκιση του Ελληνικού Φεστιβάλ, με σαφώς διατυπωμένες και ευλαβικώς τηρούμενες διαδικασίες, γνωστά όργανα αποφάσεων, υποεπιτροπές για την αξιολόγηση προτάσεων σχετικών με την κάθε συμμετέχουσα τέχνη, συνολική διαφάνεια, κ.ο.κ. (Νίκος Ορφανός, Λένια Ζαφειροπούλου, κ.ά.)

Όπως σωστά επεσήμανε ήδη η Όλγα Σελλά, η διεξαγωγή της συγκέντρωσης αυτής και τα έως τώρα διαφαινόμενα αποτελέσματά της είναι από τα φαινόμενα του δημόσιου βίου μας που, αντί να αποκαρδιώνουν, αποδεικνύουν ότι είναι εφικτή η συσπείρωση λίαν ετερόκλητων ατόμων για την προάσπιση μιας κοινής δεοντολογίας. Ας ελπίσουμε πως θα διασφαλιστεί η μη συντεχνιακή συνέχεια και διατράνωση της 'Κίνησης της Σφενδόνης', και ότι με την ίδια ψυχραιμία θα αξιολογηθούν και τα επόμενα βήματα στην θεσμική διαχείριση αυτής της όψης του σύγχρονου πολιτισμού μας. Και ας ευχηθούμε το μικρό αυτό παράδειγμα –κοσμιότητας και αλληλοσεβασμού, συμπεριφοράς επαγγελματιών ως πολιτών, πειθαρχίας σε εξαρχής συμφωνημένους κανόνες– θα διαχυθεί και προς άλλους χώρους του δημόσιου βίου που ενδεχομένως θα ωφελούνταν από αυτό.

[φωτ.: π.ι., 1.iv.2016]

27.7.15

"4 πολωνικά ποιήματα" στο "εντευκτήριο"



















JAN III


Ακατάληπτη η αγάπη
του Γιάν Σομπιέσκι
για την ομορφιά του εχθρού του

Κάθε μέρα επί είκοσι χρόνια
έγραφε στη γυναίκα του
μισά στα γαλλικά μισά πολωνικά
Και για τα τούρκικα λάφυρα μετά την νίκη
des fort jolies choses et fort riches
mais fort riches

Από του Χουσεΐν Πασά τους θησαυρούς
λάτρεψε ένα κέντημα μεταξωτό
με δυο χιλιάδες ρουμπίνια και σμαράγδια
Τόσο το λάτρεψε
που το ’ντυσε του αλόγου του
την ημέρα της στέψης

Και υπόχρεος στον Μέγα Δούκα της Τοσκάνης
το αποχωρίστηκε
Αυτός το καταχώρησε στα κατάστιχά του
και το καταχώνιασε –
Una cosa del barbaro lusso

*

Σημ.: Ο Σομπιέσκι (1629-1696) είναι κυρίως γνωστός σε μας επειδή, ως βασιλιάς της Πολωνίας, επικεφαλής πολωνικών, αυστριακών και γερμανικών στρατευμάτων, αναχαίτισε την προέλαση των Οθωμανών έξω από την Βιέννη το 1683. Όμως είχε και πρωτύτερα νικήσει τα οθωμανικά στρατεύματα υπό τον Χουσεΐν Πασά, στην μάχη του Χότσιμ, το 1673. Αυτή του η επιτυχία οδήγησε στο να εκλεγεί βασιλιάς το επόμενο έτος. “Des fort jolies choses et fort riches / mais fort riches” (γαλλ.): πολύ όμορφα πράγματα και πολύ πλούσια / μα πολύ πλούσια. Una cosa del barbaro lusso” (ιταλ.): Αντικείμενο βαρβαρικής πολυτέλειας.

~

Ένα από τα "4 πολωνικά ποιήματα" -από το υπό έκδοση βιβλίο, Πολωνία- που δημοσιεύτηκαν στο τ. 107 του περιοδικού "Εντευκτήριο".

[φωτ.: π.ι., iii.2010, βαρσοβία - από εδώ: https://www.flickr.com/photos/panayotisioannidis/sets/72157625702899435]

1.7.15

13 βιβλία ποίησης για το καλοκαίρι του 2015



























Ζέφη Δαράκη, Η σπηλιά με τα βεγγαλικά, εκδ. Νεφέλη, 2014, 85 σελ.

Ονειρεύτηκα μια θάλασσα δίχως παρελθόν / μεγάλη φιλήσυχη μουσική την περικύκλωνε. Γεγονός χαρμόσυνο η έκδοση νέου βιβλίου από την σημαντική ποιήτρια. Κι ας το ορίζουν ο θάνατος κι ο πόνος, ωστόσο χωρίς να το δυναστεύουν. Η λύπη / δεν είναι πάντα μια άλλη πατρίδα / που ξενιτεύει την ψυχή / Είναι ίσως / κι ένα παλιό σκαρί ξαναβαμμένο στον ουρανό του. Στη νύχτα και το όνειρο βρίσκεται ακόμη χώρος για την ζωή (και ίσως και την χαρά, αν ξανασυναντηθείς με την παιδική ηλικία). Ασυμφιλίωτη στεκόμουν κοιτούσα τον ίσκιο ενός φιλιού, / χεράκι παιδιού που ανέβαινε στο πρόσωπό μου. Η μνήμη συνεχώς ανασυνθέτει. Ποιο πόμολο άκρας σιγής / ανοίγει αργά το τελειωμένο; / Ποιο όνειρο φτύνει το κουκούτσι του / [] Και όμως υπήρξαν τα λόγια που μας καταφιλούσαν / Τα κλειδιά των πιο συγκλονισμένων / αποκαλύψεων γύρω απ' το κάλλος μιας στιγμιαίας φωτιάς. Και ο έρωτας κατισχύει. Γιατί ήταν νερά που χυνόντουσαν / το ένα μέσα στο άλλο τα σώματα ελευθερώνοντας τον έρωτα / σαν παλιό καλπασμό. 

~

Ανδρέας Εμπειρίκος, 1934 – Προϊστορία ή καταγωγή (εισ. - φιλ. επιμ.: Γ. Γιατρομανωλάκης), εκδ. Άγρα, 2014, 185 σελ.

Λοιπόν δεν τους φοβόμαστε καθόλου / Γιατί είμαστε τα εργοστάσια της ζωής αφού είμαστε τα εργοστάσια των ερώτων / Και στην αδιάκοπή μας λειτουργία / Αυτό που κάνουμε είναι τόσον άμεσο και συνεχές τόσο κατάλληλο κι αστείρευτο.Το βιβλίο –το πρώτο του Α.Ε.– ήταν έτοιμο το 1934: αυτός ήταν και ο τίτλος του. Το ξανάσπρωξε, όμως, στο συρτάρι, η Υψικάμινος του 1935 – και, στον πόλεμο, τα χειρόγραφα χάθηκαν. Και τώρα γίναμε βαθείς σαν τα πηγάδια / Όταν μια πέτρα μέσα τους πέφτει σαν πεφταστέρι. Ξαναφάνηκαν το 2006, κι εκδίδονται τώρα από τον Γ.Γ., συμπληρωμένα βάσει της απόπειρας ανασυγκρότησης του χαμένου βιβλίου από τον ίδιο τον ποιητή, το 1971-2, οπότε και προσφυώς το ονόμασε Προϊστορία ή καταγωγή. Παρά το (όχι πάντως ολοσχερώς) διαφορετικό, προ-υπερρεαλιστικό ύφος, κυριαρχεί και εδώ η γνωστή τριπλή πίστη του ποιητή: στον έρωτα, στην κάθε είδους, άνευ ορίων, ελευθερία, και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν αγαπούν οι πεδιάδες τα βουνά / Παρά όταν και μόνον / Στην κορυφή τους δεσπόζη η χαρά / Του συνόλου των ανθρώπων. 


Κατερίνα Ηλιοπούλου & Γιάννης Ισιδώρου, Gestus, εκδ. [ΦΡΜΚ], 2014

Το πρώτο κλειδί κάτω από την πέτρα / με φύλακα ένα σκουλήκι και μια αμυδρή αγωνία πριν το βρεις. / Μπαίνουμε στην αρχαία αυλή με την ολόφρεσκη αναρχία της. Βιβλίο-λεύκωμα μιας ποιήτριας κι ενός εικαστικού καλλιτέχνη: ποιήματα και ασπρόμαυρες φωτογραφίες – από τις σπάνιες φορές που λέξεις και εικόνες συνυπάρχουν ισότιμα, και εξ αυτού αλληλοσυμπληρώνονται, αντί απλώς να συνοδεύουν αμήχανα και, συνήθως, περιττά, οι μεν τα δε (και αντιστρόφως). Επιστροφή σ' έναν προγονικό τόπο, εξερεύνηση του βυθισμένου παρελθόντος και του κλειστού χώρου, περιπλάνηση στο ανοιχτό τοπίο –Κυλιόμαστε με το σώμα μέσα στο βουνό–, παρά το δέος που αυτό προκαλεί – παρόν αλλά κλειστό, / απρόσιτο σαν όνειρο. Αναδίφηση του φυσικού αλλά και του κτιστού, ζευγαρωμένη με την διερώτηση για τον χρόνο. “Θέλεις, σου λέω, να ξαπλώσουμε λίγο εδώ;” / “Ναι”, λες (λες πάντα ναι), “μη στενοχωριέσαι για το σπίτι, / κοιμήσου, να το ονειρευτείς.” 

[Σημ. 2016: Πλέον, τα ποιήματα αυτά, βρίσκονται ενσωματωμένα στο βιβλίο της Κατερίνας Ηλιοπούλου, "Μια φορά κάθε τοπίο και ολότελα", εκδ. Μελάνι, 2015]


Νίκος Καρούζος, Οιδίπους Τυραννούμενος και άλλα ποιήματα (φιλ. επιμ.: Μ. Αρμυρα), εκδ. Ίκαρος, 2014, 429 σελ.

Έχουμε κάθε λόγο να είμαστε μόνοι. / Της θάλασσας μπλε και πράσινο / στα μάτια μας ακίνητο / και ανοιχτό παγώνι / [] Χαρά σ' εκείνον που καθώς τ' αόρατο τριζόνι / δεν καταδικάστηκε να πετύχει. Συμπληρωματικός των Ποιημάτων Α' και Β', ο τόμος αυτός συγκεντρώνει ποιήματα συλλογών που δεν περιελήφθησαν εκεί, δημοσιευμένα ποιήματα που εξαρχής έμειναν εκτός συλλογών, καθώς και αδημοσίευτα ποιήματα διαφόρων προελεύσεων. Δεν προορίζεται, όμως, μόνος για τους 'φανατικούς', completist, λάτρεις του ποιητή, γιατί τα περιεχόμενά του είναι πλούσια όχι μόνον αριθμητικώς. Ύφος, ήθος, χιούμορ, γνώριμα θέματα –ανάμεσά τους και η μεγάλη αγάπη για την μουσική–, τα ξαναβρίσκουμε όλα εδώ. Η χρυσή τομή του θανάτου με παράλληλον άγγελο ψηλά / τα ρόδινα παιχνίδια του πόνου / και το χλωρό κρύο που βασανίζει την περιστερά / μες στη γαλάζια ταραχή των πραγμάτων / η αρχαιότητα του ερεθισμένου κρίνου / και η μεγάλη πολυτέλεια σοφή πεταλούδα / που στάζει απ' το τριανταφυλλάκι – / με πάνε στις ολόλευκες απουσίες των άστρων.


Μαρία Κούρση, Μια μέρα, Εκδοτική Αθηνών, 2014, 42 σελ.

Ήρθε το νερό / Φεύγω μαζί του / (Πριν από χρόνια θα έλεγα: / Μικρά κομμάτια μου βραχάκια / Ακουμπάει το κύμα / Τσακίζονται οι βαρκούλες) / Τώρα φεύγω μαζί του γιατί μου ανοίγει / ιπποτικά την πόρτα. Ενδέκατο βιβλίο της ξεχωριστής αυτής φωνής. Μια ανθρώπινη πλάτη απομακρύνεται / και κακώς φαίνεται ακόμη. Κάποιος που είχε σπαταλήσει όλη του τη μουσική – και ωστόσο ξενυχτάει στον κόσμο που αλλάζει / και φρέσκος ξυπνά. Μια μέρα (πρωί – μεσημέρι – σούρουπο – νύχτα: Δεν ήμουν εκεί / Σίγουρα όμως ήταν σούρουπο) μοιρασμένη στα γράμματα –μείον έξι– της αλφαβήτου. Η σκόνη δεν φοβάται το νερό κι ας ξέρει. Και σαν σχολιασμένη ανάστροφα: επίλογος – διάλογος – μονόλογος – πρόλογος. Έγιναν όλα ήταν λίγα.


Λουκάς Κούσουλας, Εν παραβολαίς, εκδ. Τυπωθήτω – Λάλον ύδωρ, 2015, 70 σελ.

Όπως μας ειδοποιεί ο ίδιος ο ποιητής, συγκέντρωσε εδώ, σαν του αποκαλύφθηκε η ενότητά τους – θησαυρίζοντας αιφνιδιασμούς– ποιήματα γραμμένα κατά την περίοδο 1965-2008 και προηγουμένως περιληφθέντα σε διάφορες συλλογές του. Δεκαπέντε ιστορίες που μπορούν να διαβαστούν και ως παραβολές (όπως κάποια ποιήματα των Ακριτικών του Σικελιανού, για παράδειγμα) – εξού και ο τίτλος του βιβλίου. Παραβολές για τον φεύγοντα χρόνο και την εμμένουσα μνήμη (του νου ή της φωτογραφίας), την αλήθεια και το δίκιο, την άσβεστη επιθυμία για τα πατρώα μέρη, τις ιδιοτροπίες της φύσης και της τέχνης, τον ακαταμάχητο –παρά την ματαίωσή του– έρωτα. Ώς τα μεσάνυχτα, και περασμένα, σε ώρες / τελείως ανύποπτες, λησμονημένες, μυστικοί / απόηχοι, ανεξιχνίαστες ανταύγειες, κρυφές / εστίες ευεργετούσαν / την πολιτεία. Οι ακατάπεστες ακόμα δυνάμεις / σηκωμένες απ' το ερωτικό πέρασμα. Κατασταλάζοντας / σε μικρά κρύσταλλα. Ο στενός, σφιχτός, ρυθμικός στίχος του Λ.Κ. –μαζί με το χιούμορ και την ιδιαίτερη ρητορική του χάρη– κινεί και εμψυχώνει τις ιστορίες συναρπαστικά, παρασύροντάς μας όπου επιθυμεί να φτάσει. Π.Ι.


Μαρία Λαϊνά, Σε τόπο ξερό [Ποιήματα 1970-2012], εκδ. Πατάκη, 2015, 405 σελ.

Αν στον “χλοερό τόπο” παύουν όλα, ίσως στον “ξερό” να ζει η ποίηση. Σίγουρα, η στραγγισμένη από συναισθηματισμούς, πυκνή, ποίηση της Μ.Λ., μιας 'εκπροσώπου' της 'γενιάς του 1970' που δικαίως (εξακολουθεί να) μας ενδιαφέρει και ανεξάρτητα από τα φιλολογικά αυτά συμφραζόμενα. Όλα αυτά είναι της φαντασίας πράματα. εδώ / δεν έχουμε παρά μια δυνατή και καθαρή αιωνιότητα / που δεν κουράζει, αλλά μερικές φορές πονούν τα μάτια σου. Στον τόμο αυτόν, συγκεντρώνονται τα οκτώ από τα εννέα, μέχρι σήμερα, ποιητικά βιβλία της – δηλαδή όλα πλην του πρώτου, Ενηλικίωση (1968). Σε αυτοτελή εκτεταμένα ποιήματα (π.χ. Ο Κήπος – Όχι εγώ, 2005), σε ποιητικές συνθέσεις (π.χ. Επέκεινα, 1970, Δικό της, 1985), είτε σε συλλογές ποιημάτων (π.χ. Σημεία Στίξεως, 1979, Ρόδινος Φόβος, 1992), η αυστηρή κυριαρχία της Μ.Λ. επί του υλικού της, οδηγεί σε μορφές διακριτές, αλλά πάντα μεστές. Η μουσική εισχωρεί στις ράχες της άμμου. / δυναμώνει κάτω από το ζεστό στρώμα.


Δημήτρης Λεοντζάκος, Τα σκυλιά του Ακταίωνα, εκδ. Νεφέλη, 2014, 65 σελ.

Ως γνωστόν, ο κυνηγός Ακταίων, κατασκόπευσε την Άρτεμη στο λουτρό της: αυτή έστρεψε τα σκυλιά του εναντίον του, κι εκείνα τον κατασπάραξαν. Όντως, η βία και τα σύνεργά της –Πώς στρίβει μες στα αίματα / στιλπνός σαν δύτης–, το δάσος –Μια μέρα θα φυτρώσει ένα δάσος / Άγριων παιδιών / Με το κεφάλι στο χώμα και / Τα πόδια σαν δέντρα / Στον ουρανό–, διάφορα ζώα –Οι λαγοί που ονειρεύομαι / Λιγάκι διαγώνιοι–, ορίζουν εν πολλοίς τον κόσμο του τέταρτου αυτού ποιητικού βιβλίου του Δ.Λ.. Το σημαντικό, όμως είναι άλλο: ότι πρόκειται για έναν πραγματικά ποιητικό κόσμο: έναν κόσμο γλωσσικων συμβάντων. Ο γλωσσικός και νοηματικός 'χορός', η εύχαρις περιδίνηση, που χαρακτήριζαν το αμέσως προηγούμενο βιβλίο του Δ.Λ. (Κινέζικα, Νεφέλη, 2010) λειτουργούν και εδώ ως κύρια εργαλεία δόμησης. Ένα ελάφι ήρθε / Ξάπλωσε / - αστράγαλοι, γόνατα, μηροί - / Απαλά στον ώμο μου / Σαν πουλί / Ναι, είπα / Εγώ / Το νερό της νύχτας.


Αλέξανδρος Μάτσας, Άπαντα ποιήματα (εισ. - επιμ.: Κ.Γ. Παπαγεωργίου), εκδ. Παπαδόπουλος, 2015, 223 σελ.

Στέρνα της νύκτας, με δροσιά και νάρκην / ανθισταμένη στην χρυσή πολιορκία / της μέρας, και σε μια τρυγόνα / που διαλαλεί το φως στα κεραμίδια. / επιπλωμένη με σύμβολα χαράς, / η κάμαρα κρατά τ' ωραίο σώμα / αιχμάλωτο του ύπνου. Ο Α.Μ. είναι μάλλον ο μεγάλος λησμονημένος ποιητής της γενιάς του 1930, και ας παρέμεινε εκδοτικά παρών μέχρι και την δεκαετία του 1960. Χάρη στις εκδόσεις Παπαδόπουλος και στον Κ.Γ. Παπαγεωργίου, τώρα διαθέτουμε, τουλάχιστον, συγκεντρωμένα τα ποιήματά του. Αδύνατον να αποσιωπηθεί, ωστόσο, η απορία κι η οργή που προξενεί η απουσία των στοιχειωδεστέρων προϋποθέσεων μιας τέτοιας έκδοσης: λεπτομερή πίνακα περιεχομένων, ευρετηρίου τίτλων και πρώτων στίχων – ελλείψεις που επείγεται να διορθωθούν στην επανέκδοση, απαραιτήτως δε με ραμμένες, αντί για κολλητές, όπως τώρα, σελίδες. Ας είναι – για την ώρα, μπορούμε να απολαύσουμε και να μελετήσουμε την ποίηση. Πέρασε μια γυναίκα που διύλισε / ολόκληρο το θέρος σ' ένα τραύμα / πλούσιο σαν τις χρυσογάλακτες πληγές / των πεύκων.


Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν – ένα εγχειρίδιο μοναξιάς, εκδ. Υποκείμενο, 2015

Να ζω το θρίαμβο που όλο αναβάλλεται / από το διαφωτισμό στο φωταγωγό / να ζω την πτώση που όλο αναβάλλεται. Σπάνια η γκινσμπεργκικής πνοής ποίηση έχει ευτυχήσει. Είδος δυσκολότατο, ο μακρύς ποιητικός μονόλογος που βρίθει από παρεκβάσεις, αναρωτάται, συστρέφεται και συνεχίζει, σπαρμένος με λυρικές αποστροφές, αλλά πρωτίστως δραματικός και ρητορικός. Όταν μας συνεπαίρνει στο μόλις δεύτερο βιβλίο (πρώτο εντός εμπορίου) ενός ποιητή, έχουμε κάθε λόγο να τεντώσουμε τ' αυτιά μας. Ο ποιητής διηγείται την πρώτη, μαγική συνάντησή του –στα παιδικά του χρόνια– με το αγαπημένο υποκείμενο, έκτοτε απωλεσθέν. Μετά από οδυνηρές εφηβικές και νεανικές περιπέτειες, θα το ξαναβρεί: είναι ο Διάβολος – τουτέστιν η Τέχνη μεταμφιεσμένη. Το άγγιγμά σου πώς να το διηγηθώ // σα να με άγγιζε σωτήρια / μια παλάμη πλατανόφυλλο υγρό / όταν με έσερναν δουλέμποροι / μέσα στην έρημο. Ακούγεται επικίνδυνα κοινότοπο και τετριμμένο. Αλλά, ως συνήθως, “τι αξίζει το γλυκό, στο φάγωμα φαίνεται”. Το γευόμαστε ευγνώμονες.


Εύα Στεφανή, Τα μαλλιά του Φιν, εκδ. Πόλις, 2014, 38 σελ.
Μου πέσαν τα μαλλιά. Έχω μια βαριά κορώνα στο κεφάλι μου. Βουτάω στη θάλασσα και φτάνω στον πάτο. Αν –σ' αυτό το πρώτο ποιητικό βιβλίο τής σκηνοθέτιδας και θεωρητικού του κινηματογράφου, Ε.Σ.– 'ακούγεται' ενδεχομένως κάπως η φωνή του Ε.Χ. Γονατά (τον οποίο η συγγραφέας είχε πολλαπλώς και εις βάθος μελετήσει, για να φτιάξει την γνωστή θαυμάσια κινηματογραφική προσωπογραφία του), διόλου δεν πειράζει. (Δεν είναι, εξάλλου, ο τρόπος του Ε.Χ.Γ., κάποιος κοινός λογοτεχνικός τόπος που να μας έχει κουράσει – κάθε άλλο.) Έβγαλε τα ρούχα της και φόρεσε την ειδική στολή της λίμνης που της δώσανε. Ένα μακρύ νυχτικό με φτερά. Παντού μύριζε ροδόνερο. Κατάπινε για να συγκρατήσει τη μυρωδιά. Η λογική και οι εικόνες του ονείρου, το υγρό στοιχείο, κυριαρχούν στα σύντομα αυτά 'πεζά ποιήματα', συνθέτοντας έναν κόσμο παιδικότητας, ενίοτε εφιαλτικό, αλλά –παραδόξως– ποτέ απωθητικό. Βγαίνει από το ιατρείο ντυμένος μισός γυναίκα μισός αλεπού. “Θεραπεύτηκα!” φωνάζει. Αγκαλιαζόμαστε και περνάμε γρήγορα το δρόμο.


Μαρία Τοπάλη, Οι λέξεις μου (Ορατόριο για χορωδία και φωνές στο κέντρο της Αθήνας), εκδ. Νεφέλη, 2015

Αν η μεσαία τάξη (και η κατάντια της) άξιζε ένα 'μιούζικαλ' (Ο χορός της μεσαίας τάξης, εκδ. Οκτώ, 2012), το κέντρο της ταλαίπωρης πόλης, πώς να μην απαιτήσει ένα 'ορατόριο'; Η λέξη “κέντρο” / κυριολεκτικά / κακόφημη. Πέντε ποιήματα το συνθέτουν. μόνο το τρίτο και το τέταρτο φέρουν τίτλους: “Δεν το αξίζει η Αθήνα μας ένα Σονέτο;” και “Ερεχθέας”, αντιστοίχως. Σαν ήρθα στην Αθήνα με τα χιόνια, / πάνε χρόνια, / ήταν μια πόλη σκέτη πλήξη / μα ούτε τ' αποφάσιζε να λήξει. Η προσωπική περιδιάβαση εν καιρώ κρίσης, καταγράφει τα δημόσια, ανακαλεί τα προσωπικά και ιστορικά, τα κρίνει εκ νέου όλα. Επέστρεψε το Φίδι, ο γιος του Βασιλιά, / γύρισε, να!, της Νέμεσης ο γιος, ο Εριχθόνιος, / τώρα οι κοπέλες θα ριχτούν απ' την Ακρόπολη, γιατί την είχαν δανεική τόσο καιρό την πόλη, ο πατέρας τους κι αυτές, / την είχαν δανεική κι αγύριστη / την πόλη του φιδιού, / κι όλα ο άνεμος θα τα σαρώσει τώρα. Όλα.


Θωμάς Τσαλαπάτης, Άλμπα, εκδ. Εκάτη, 2015, 46 σελ.

Αυγή; Λευκή; Και τα δυο; Όπως και να 'χει, είναι λίαν ευπρόσδεκτο το δεύτερο αυτό (μετά το βραβευμένο Το ξημέρωμα είναι σφαγή κύριε Κρακ) ποιητικό βιβλίο του Θ.Τ., καρπός επεξεργασίας και ωρίμανσης. Τέντωσε το βλέμμα σου να πλανηθεί στο άδειο. Σύντομα θα αναγνωρίσεις μια μέχρι πρόσφατα αδιόρατη στίξη. Η ευφράδεια πλέον οικονομείται. η ευρηματικότητα έχει τιθασευθεί: τίθενται αμφότερες στην υπηρεσία της ποιητικής σύλληψης που προσεκτικά ελέγχει τις δόσεις. Η σημασία του ρυθμού έχει αναβαθμισθεί, η γλώσσα έχει μεστώσει και αποτολμά –εξαρχής ασφαλισμένη απ' τους κινδύνους του συναισθηματισμού– να βαθύνει ώς τον λυρικό παλμό. Η ευστροφία γίνεται πλαστική κίνηση: επιτρέπει την εναλλαγή των οπτικών γωνιών και των ποιητικών τρόπων, για να πραγματωθεί μια διαδρομή μιας εβδομάδας σε μια πόλη με εφτά γειτονιές και μια κοπέλα συνώνυμή της. Εδώ προσευχή είναι η πέτρα / Και ο άνθρωπος μια κλωστή θαυμάτων / ραμμένη σ' ένα αντίο.

*

Αυτές οι 'θερινές αναγνωστικές προτάσεις' -προοριζόμενες για το τεύχος Ιουλίου 2015- δημοσιεύθηκαν, εντέλει, λόγω του έκρυθμου εκείνου καλοκαιριού (μεταξύ των άλλων, με ελλείψεις και στο -εισαγόμενο- τυπογραφικό χαρτί), στο τεύχος Σεπτεμβρίου 2015 του "The Books' Journal".

[φωτ.: π.ι., σεπτ. 2015]