28.9.21

4 ποιήματα από τον "Ρινόκερω"

 

Έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του Ρινόκερου (εκδ. Καστανιώτη, 2020), και αναμένοντας την ανατύπωση της εξαντλημένης α' έκδοσης, 4 ποιήματα --οι τελικές μορφές των οποίων περιλαμβάνονται στο βιβλίο -- που είχαν δημοσιευθεί στο τ. 12-13 (Φθιν. 2018 - Καλ. 2019) του περιοδικού "ΦΡΜΚ" με αφιέρωμα στο "[Ανθρώπινο] Ζώο". Εκεί είχε δημοσιευθεί ένα ακόμα ποίημα του Ρινόκερου, που έχει ήδη αναδημοσιευθεί εδώ, όπως παρουσιάστηκε στην εκδήλωση "Risk" του "A Poets' Agora", για την οποία και είχε γραφεί.

 



 

 

 

 

 

 

 

 

ΡΙΝΟΚΕΡΩΣ

 

Ι.

 

Αναφέρει ο Πλίνιος ο Πρεσβύτερος ότι, πρώτη φορά στις εορτές του Πομπηίου, το 55 π.Χ. –κι έκτοτε κάμποσες φορές ακόμη– με αντίκρισε το πλήθος. Το δίχως άλλο, απ' την Ινδία θα με είχαν φέρει, όπως συνάγεται από το “ένα κέρας” (στην Αφρική έχω δύο). Το ακονίζω, λέει, πάνω σε λιθάρια κι ύστερα ξεκοιλιάζω τον θανάσιμο αντίπαλό μου, τον ελέφαντα, που έχει για πρώτο του εχθρό τον δράκοντα! Θα μ' είχε δει, φαίνεται, ο Πλίνιος, στην αρένα, να μονομαχώ μ' ελέφαντα. Όπως και ο Στράβων.

 

Ωστόσο, πρώτος ο Αριστοτέλης κάνει λόγο γιά “όνο ινδικό”: μονό κέρας και μονή οπλή. Τούτον, με κέρας σπειροειδές, ονομάζει ο Αιλιανός “καρθάζονο”, και ο Πλίνιος “μονόκερω”. Δεν μπορεί κανένας να τον πιάσει ζωντανό. Επαληθεύει ο “Ιώβ” της Παλαιάς Διαθήκης: αδύνατον να εξημερωθεί. Και ο Ισίδωρος ο εκ Σεβίλλης αποφαίνεται: ρινόκερως, μονόκερως – ένα και το αυτό. Ανήμπορος ο κάθε κυνηγός: μόνο στην αγκαλιά παρθένας θα γείρω το κεφάλι, και θ' αφεθώ να με αιχμαλωτίσουν.

 

Έτσι, μες στον Μεσαίωνα, έγινα, ο μονόκερως, Χριστός: ένα κέρας εγώ, ένα με τον Πατέρα του αυτός. Και η κοίμησή του, στην ποδιά της μάνας του.

 

 

ΙΙ.

 

Με είπαν Γκάντα. “Ρινόκερω”, δηλαδή, στα ινδικά. Ο Μουζαφάρ ο Β', Σουλτάνος του Γκουτζαράτ, με χάρισε στον Αλφόνσο της Αλβουκέρκης, Διοικητή των Πορτογαλικών Ινδιών. Κι αυτός με τη σειρά του, έλαβε απόφαση να με δωρίσει στον βασιλέα του, τον Μανουέλ τον Α' της Πορτογαλίας.

 

Βρέθηκα λοιπόν να ταξιδεύω, μαζί με τον Οσίμ, τον φύλακά μου, πάνω στην “Παναγία Γρηγορούσα”, ένα απ' τα τρία καράβια με μπαχάρια του πλοιάρχου Φρανσίσκο Περέιρα Κουτίνιο. Αφήσαμε την Γκόα τον Γενάρη, περάσαμε το Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας, κι ανηφορίσαμε τον Ατλαντικό – πιάνοντας Μοζαμβίκη, Αγία Ελένη, και Αζόρες. Σε 120 μέρες –στις 20 Μαΐου του 1515– φτάσαμε πια στη Λισαβόνα.

 

Είχαν περάσει χρόνια χίλια και βάλε, που δεν μ' είχανε δει στην Ευρώπη. Τώρα, εγώ επαλήθευα τον Πλίνιο, κι εκείνοι ξαναζούσαν την εποχή του Πομπηίου: μου φέρανε κι ελέφαντα για να παλέψουμε, μα εκείνος σκιάχτηκε, κι ετράπη σε φυγή – μιά Κυριακή, 3 Ιουνίου, της Αγίας Τριάδας.

 

Στο μεταξύ, η Ευρώπη είχε γεμίσει επιστολές που λέγανε για μένα, κι ένα δυο πρόχειρα σκίτσα. Ο Φλωρεντίνος Τζάκομο Πένι μού έγραψε και ποίημα. Το δημοσίευσε στη Ρώμη, 13 Ιουλίου, μαζί με μιά πολύ, πολύ κακότεχνη ξυλογραφία: σκέτος καρνάβαλος, και με δεμένα τα μπροστινά μου πόδια.

 

Γρήγορα όμως με βαρέθηκε ο βασιλιάς Μανουέλ. Θυμήθηκε που, την προηγούμενη χρονιά, είχε στείλει έναν λευκό ελέφαντα, κι αυτόν απ' την Ινδία, στον Πάπα Λέοντα τον 10ο, που του εξασφάλιζε την αποκλειστική εκμετάλλευση των νέων ανατολικών γαιών. Πανευτυχής ο Μέδικος, τον ονόμασε Χάννο. Μου φορούν, λοιπόν, καινούργια τραχηλιά – βελούδο πράσινο, κεντημένο με άνθη– να με στείλουν κι εμένα στη Ρώμη – μαζί με ασήμι, μπαχαρικά, και άλλα δώρα.

 

Μπαρκάραμε ξανά Δεκέμβρη. Περνάγαμε κοντά στη Μασσαλία, όταν ο Γάλλος βασιλιάς, Φρανσουά ο Α', ζήτησε νε με δει. Σ' ένα νησί αράξαμε, και του παρουσιάστηκα στις 24 Ιανουαρίου του 1516. Μα παρακάτω, στα στενά του Πόρτο Βένερε –ζήλεψε, φαίνεται, η θεά την ομορφιά μου– μάς πέτυχε φουρτούνα. Αλυσοδεμένος καθώς ήμουν στο κατάστρωμα, πνίγηκα κι εγώ, ο δεινός κολυμβητής. Με ανέσυραν νεκρό κοντά στην Βιλλεφράνς, και στείλαν το τομάρι μου πίσω στη Λισαβόνα, να το παραγεμίσουν μ' άχερα.

 

Κάποιοι είπαν πως, ταριχευμένος, έφτασα πια στη Ρώμη, Φεβρουάριο. Μα εγώ λέω πως αυτό δεν αληθεύει: δεν γράφτηκαν σπουδαία πράγματα για μένα εκεί – άρα, ψέμμα: πώς θα 'ταν δυνατόν να μην τους κάνω εντύπωση, σ' αυτούς, τους απογόνους των Ρωμαίων που τόσο μ' είχανε θαυμάσει; Και ούτε βρέθηκα ποτέ ταριχευμένος πουθενά.

 

 

ΙΙΙ.

 

Με χάραξε στο ξύλο ο Ιερώνυμος Αντρέι, τεχνίτης στην υπηρεσία του Δασκάλου Άλμπρεχτ Ντύρερ, στα 1515 (είναι λάθος το “1513” που διαβάζετε).

           

Κανείς από τους δυο δεν με είχε δει, ούτε κι άλλον κανέναν σαν κι εμένα. Μόνο δυο επιστολές και δυο πρόχειρα σχέδια φτάσαν στην Νυρεμβέργη: του Βαλεντίν Φερνάντες απ' τη Μοραβία, εμπόρου και χαράκτη, και άλλου ενός, αγνώστου. Μ' αυτά μονάχα για οδηγό, ο Ντύρερ έφτιαξε δυο σχέδια με μελάνι, κι εμένανε, στο ξύλο χαραγμένο. “Σχεδόν ανίκητο”, όπως γράφει πάνω πάνω, “γρήγορο, παρορμητικό και πονηρό”, να 'χω “το χρώμα της χελώνας με τις βούλες”, να 'μαι “σχεδόν τελείως σκεπασμένος με λέπια χοντρά”.

 

Με τύπωσαν πολλές φορές μέχρι το τέλος του αιώνα, ακόμα και μετά τον θάνατο του Δάσκαλου, ώσπου το ξύλο γέμισε σαράκι, και ράγισε ανάμεσα στα πόδια μου.

 

Μα εγώ δεν μοιάζω.

 

Ούτε βούλες έχω, ούτε καψούλια, ούτε κομμάτια πανοπλίας. (Ας όψεται που ο Δάσκαλος έφτιαχνε κάτι ασπίδες κείνον τον καιρό.) Αλλά συνηθισμένος είμαι: σάμπως κι ο Πλίνιος είχε δίκιο σε όλα; “Εχθρός του ελέφαντα”!

           

Κι όμως με τούτη τη μορφή θριάμβευσα για αιώνες. Κι ας σπρώχνει το κέρατό μου νά 'βγει από το πλαίσιο, κι ας είμαι με κομμένη την ουρά. Τριακόσια χρόνια εγώ, ο Ρινόκερως του Ντύρερ, ήμουνα ο Ρινόκερως. Κι ας φτάσαν κι άλλοι εκπρόσωποι του είδους μου κατόπιν στην Ευρώπη, κι ας τους ζωγράφισαν πολλοί – εμένα όλοι αντέγραφαν. (Ίσαμε και το 1930, εμένα θαύμαζαν τα Γερμανόπουλα στα σχολικά βιβλία τους.)

 

Λες και το ήξερε ο Δάσκαλος πόσο δημοφιλή θα μ' έκανε, έβαλε και με χάραξαν σε ξύλο μαλακό, να με τυπώνουν εύκολα, πάλι και πάλι – καλύτερα απ' ό,τι σε χαλκό, κι ας θα 'χα τότε παραπάνω λεπτομέρειες και λεπτοδουλειά. Έτσι, με την περιβολή πολεμιστή, ογκώδης και περήφανος, επεβλήθην. Και ας μη μοιάζω.

 

Θα είδατε ίσως και την πιστότερη ξυλογραφία του Χανς Μπούργκμαϊρ: ούτε που έκανε τον κόπο να μου βγάλει την αλυσίδα από τα πόδια. Άγνωστος πια, ο ατάλαντος: ένα αντίγραφο όλο κι όλο απομένει απ' το επαίσχυντό του έργο.

 

*



 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΜΕΛΙ (όν. ουσ., ουδ.)

[ενημέρωση λήμματος: Ιούλιος 2013]

 

1.

 

Ο Ζαν Ποκτόν, βοηθός σκηνής στο Παλαί Γκαρνιέ, πρωτόβαλε στην στέγη του μελίσσια το 1981. Το μέλι τους απεδείχθη εξαίρετο. Τουλάχιστον, έτσι έμοιαζε να πιστεύουν οι Παριζιάνοι λάτρεις της όπερας: τα βάζα –με τις χειρόγραφες, αριθμημένες και υπογεγραμμένες ετικέττες– ξεπουλούσαν ταχύτατα στο πωλητήριο του ιδρύματος. «Το να επιτρέπουμε σε έναν εβδομηντάχρονο να αναρριχάται στην σκεπή, είχε αρχίσει να καθίσταται προβληματικό», ανέφερε επίσημος εκπρόσωπος κατά την συνταξιοδότηση του κυρίου Ποκτόν, την άνοιξη του 2013.Φημολογείται ότι νέες μέλισσες θα εγκατασταθούν, με την φροντίδα ιδιωτικής εταιρείας, «για την καλύτερη πλαισίωση της δραστηριότητας». Ουδείς γνωρίζει τι γεύση θα έχει το μέλι του χρόνου.

 

2.

 

Η ινδοευρωπαϊκή ρίζα «keneko» που σημαίνει «χρυσό» ή «κίτρινο», μέσω του γερμανικού «hunangan» δίδει το αγγλικό «honey». Αλλά υπάρχει και άλλη: «melit» – όθεν αμφότερα το ελληνικό «μέλι» και το ιρλανδικό «mil». Μη σχετιζόμενα, δυστυχώς, μήτε με την «μελωδία», μηδέ με την Μούσα Μελπομένη.

 

3.

 

Το μέλι διαχωρίζει την αλήθεια απ’ το ψεύδος. Χορτασμένες από «των θεών την γλυκιά ξανθή τροφή», οι τρεις μαντικές μέλισσες, παρθένες αδελφές, χορεύουν αυτό που είναι, αυτό που ήταν και αυτό που θα είναι. (Δίδαξαν στον Απόλλωνα την μαντική∙ αυτός τις χάρισε στον αδελφό του Ερμή.) Σαν το στερούνται όμως, γίνονται απείθαρχες∙ οι ρήσεις τους, αφερέγγυες.

 

4.

 

Την αγαπούσα πολύ, την αφίσα –που λειτουργούσε και ως δοκιμασία– με τις δυο ασπρόμαυρες φωτογραφίες του Ρίτσαρντ Άβεντον. Αριστερά, «Η Ντοβίμα με τους Ελέφαντες, βραδινό φόρεμα Ντιόρ, Σιρκ ντ’ Ιβέρ, Παρίσι»: το φωτομοντέλο της δεκαετίας του ’50 στέκεται λυγερό μες στο μακρύ του μαύρο φόρεμα –η σατινένια ζώνη σέρνεται στο άχυρο του τσίρκου– ανάμεσα στα δυο βαριά σταχτιά ζώα. Δεξιά, «Ρόναλντ Φίσερ, μελισσοκόμος, Νταίηβις, Καλιφόρνια, 1981»: άτριχος αλμπίνος, με τις μέλισσες σμάρι στον γυμνό κορμό και στο κεφάλι του (και στ’ αυτιά και στις ρώγες). Λίγοι φίλοι μου γοητεύονταν όσο κι εγώ απ’ αυτό το ζευγάρωμα της ομορφιάς υπό δολιοφθορά και της γαλήνιας συμβίωσης. Οι περισσότεροι ανατρίχιαζαν λόγω μιας επιπόλαιης ερμηνείας: «αηδία». Η αφίσα κρέμονταν στο χωλλ του διαμερίσματος. Όταν ήρθε να μείνει προ έτους ο Μ., την κατεβάσαμε για να χωρέσει η βιβλιοθήκη του.

 

*

 


 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Ιωάννινα, Άνοιξη 2015

 

Μες στις βελούδινες χρυσοκέντητες φορεσιές

των γυναικών της Βορείας Ηπείρου

και στους ολάνθιστους κήπους

των εβραϊκών γαμήλιων συμβολαίων

τρέχουν τρελλαμένες

νεαρότατες σαύρες

Είναι η εποχή τους –

βγαίνουν πάλι

να λιαστούν στα πεζούλια

 

Χάθηκε ο μικρόσωμος ρινόκερως

Stephanorphinus kirchbergensis

απ’ τις όχθες του Λούρου

Χάθηκε και το κόκκινο ελάφι

που ’φτιαχναν απ’ τα δόντια του χάντρες και φυλαχτά

Χάθηκε το βραχύσωμο άλογο

που τόσο το κυνήγησαν

και με το τέλος πια των παγετώνων

ξεράθηκαν τα χορτολίβαδά του

 

Τώρα ο άστεγος κοιμάται στο υπόστεγο

του παλιού μεντρεσέ

Ένα γεράκι

θλιμμένο και άπραγο

στέκει ψηλά στα σύρματα

Οι σαύρες λιάζονται παντού

Μια γάτα μάς κοιτά


 

*




 

 

 

 

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΒΕΝΙΟΣ, ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΣ, 34 ΕΤΩΝ, ΙΟΣ *

 

«Είμαι κτηνοτρόφος παραδοσιακός

Την αγαπάω τη δουλειά

Ο πατέρας μου πούλησε τα ζώα

για να μη γίνω κι εγώ βοσκός

Με έστειλε στην Α’ Γυμνασίου

και μαράζωσα

Δεν αντέχω του λέω –
και ξαναφτιάξαμε το κοπάδι

 

Τα περισσότερα κατσίκια μου είναι ντόπια

Κάποια είναι επιμειξία με δανέζικη ράτσα

που είχαν φέρει παλιά στο νησί –

τα λέμε ζάνικα

 

Τώρα φέρνουν κάτι γίδες, αλπίνες

Αλλά είναι ζώα

–πώς να το πω–

ανούσια, σαν ελάφια

Τα δικά μας τα νιώτικα

είναι ζώα του μαρμάρου

που λέγαν οι παππούδες μας

Τρώνε μάρμαρο και πέτρα απ’ το χώμα

γι’ αυτό είναι νόστιμα»

 

Ενώ αρμέγει

κάθε λίγο αλλάζει κουδούνι

σε κάποια γίδα

 

«Τα κουδούνια είναι για τις γίδες

ό,τι το φόρεμα για τις γυναίκες

Πρέπει να είναι όμορφες

Και για μας τους βοσκούς είναι

μελωδία, ορχήστρα»


 

* Σχεδόν επί λέξει μεταγραφή φράσεων από άρθρο στο «Κ» της «Καθημερινής», περί τα μέσα της δεκαετίας του 2010.

30.4.21

24 κυριακές
















Δεκ. 1968: Το φως του απογεύματος χτυπά το τζάμι του έβδομου ορόφου. Η Αρλέτα τραγουδάει «Το πέτρινο χαμόγελό της» στο πικάπ, κι εγώ κουνάω χέρια-πόδια πίσω από τα ξύλινα κάγκελα της κούνιας.

Ιαν. 1974: Τσουλάμε αργά στη Βουλιαγμένης. Νύχτωσε· σκαρφαλώνω και ξαπλώνω στο ‘ράφι’ πίσω από το πίσω κάθισμα του Hillman.

Φεβ. 1980: Δίχως ενδιαφέρον, μα με αναγκαία προσήλωση, κάθομαι να δω τα γκολ στην «Αθλητική Κυριακή»· να ’χω κάτι να πω στα διαλείμματα αύριο.

Μάρ. 1986: Leeds. Παύση μελέτης: έξω από το παράθυρο της φοιτητικής εστίας, στα παρτέρια, δειλά ξεμυτίζει η Άνοιξη. Δυο περιστέρια τσιμπολογούν τον χθεσινό εμετό των μεθυσμένων.

Απρ. 1992: Μπαζάρ στο Hampstead Community Centre: Moby Dick (έκδοση Everyman τού 1930) και A Century of English Essays (1925) – για το μυθώδες ποσόν των 1,45 λιρών.

Μάιος 1997: Εφημερίδες στο πάρκο με τον ήλιο. Γράφω «Τα βήματά μας» για το επόμενο τεύχος τού «αντί». Το βράδυ, Δράκουλας τού Παπαϊωάννου στο «Ρεξ».

Ιούν. 2002: Η Ρώμη, αποπνικτική. Στο αεροπλάνο, Φυγή δίχως τέλος του Ροτ. Σπίτι, καλωσόρισμα στον τηλεφωνητή, από τον R. που μου το χάρισε.

Ιούλ. 2007: Αντιγόνη του Βογιατζή, αριστουργηματική και πάλι, στην Πέτρα. Ξαπλώνω –για τη μέση μου– στους πάγκους πριν απ’ την παράσταση, και ξανά πριν την επιστροφή. 

Αύγ. 2012: Λευκάδα. Γιορτάζουμε την επιστροφή του νερού μετά από μέρες: ντους, μπουγάδα, μαγείρεμα!

Σεπτ. 2013: Εύβοια. Πρωινό κάτω απ' τη συκιά. Γουλφ: δοκίμια και διηγήματα. Όχι μπάνιο: πολύς αέρας. Βόλτα την νύχτα, με κοκα-κόλα, να δούμε τραβηγμένα τα νερά.

Οκτ. 2014: Γιορτή στης Π.. Μου χαρίζει μεγάλο παλιό τετράδιο, με σημειώσεις, ζωγραφιές, φωτογραφίες: αναδρομή στην 5χρονη γνωριμία μας. 

Νοέμ. 2015: Δωδεκάωρος ύπνος, χωρίς ξυπνητήρι επιτέλους, μετά από δύο μέρες με εξάωρα μόνο.  Προετοιμασίες για τα 185α γενέθλια της Ντίκινσον στο «Με τα λόγια (γίνεται)».

Δεκ. 2016: Μπαζάρ των ΠΕΚ στην Θουκυδίδου: Στιχουργική Τέχνη του Σπαταλά. Στο «Ιντεάλ», Η τρελλή χαρά με την υπέροχη Βαλέρια Μπρούνι-Τεντέσκι (κλάμα). 

Ιαν. 2017: Πρωτοχρονιά. Απίθανο να' ναι καλύτερη, μετά από δυο ζόρικες απανωτές χρονιές.

Φεβ. 2018: Καρναβάλι, Ξάνθη. Ήλιος με δόντια. Ποτάμι οι καρναβαλιστές με τους συλλόγους τους. Πάνω από 2000 φωτογραφίες: πρώτη φορά, τόσο πολλά πρόσωπα, κι από τόσο κοντά. 

Μάρ. 2019: Στο Εθνικό για τα Κρατικά: τιμητική διάκριση στο «ΦΡΜΚ», πριν ακόμα κλείσει τα 6 του χρόνια! Το γιορτάζουμε στο «Γιάντες». Μαρτάκια με ματόχαντρα.

Απρ. 2020: Πάσχα κατ' οίκον. Διαβάζω τα περί Ανάστασης. Στον Λουκά, ο Ιησούς πεινάει. Στον Ιωάννη, η Μαγδαληνή: “Έχασα τον Κύριό μου – μήπως τον έχεις εσύ;”

Μάιος 2020: Βγήκα, με “2”, για εφημερίδες. Πέταξα και ταχτοποίησα χαρτιά από δυο στοίβες πλάι στο γραφείο. Καθαρόγραψα κάποια ποιήματα. 

Ιούν. 2020: Θερινό Ηλιοστάσιο: λίγοι φίλοι στου “Ηλία”. Διάβασα την “Γαζέλλα”, τον “Μονόκερω” και τον “Κύκνο” του Ρίλκε· ξεκίνησα την “Σούτρα των Βουνών και των Νερών” του Ντόγκεν.

Ιούλ. 2020: Πέρασε ο Λ., σκοτωμένος μετά από επίσκεψη στο “Σωτηρία” όπου πεθαίνει η αγαπημένη φίλη του. Μου διάβασε Ιουλιανό, του έφτιαξα Ασσάμ.

Αύγ. 2020: Το παράξενο πουλί που ακούμε μέρες τώρα στο νησί, είναι μηχανικό: κρώζει σαν τέσσερα αρπακτικά, να σκιάζονται τα περιστέρια. Μετά το κολύμπι, στην άμμο, συνεχίζω τον Ντάνιελ Ντερόντα. Γιουβέτσι θαλασσινών. Αρχή μικρής, ευεργετικής χαλάρωσης. 

Σεπτ. 2020: Στάρι, βασιλικός, και playlist με Chopin στο μάρμαρο.

Οκτ. 2020: Πρωινό στον ήλιο. Το Κάστρο της Καρύταινας, η Ανδρίτσαινα, η ανάβαση στις Βάσσες. Διάσπαρτα μέλη και ξερολιθιές, κρινάκια και κυκλάμινα. Μαζεύονται σύννεφα. Επιστροφή. 

Νοέμ. 2020: Λιακάδα στον Δήμο Κοίλης. Χαρακιές και αρχαία θεμέλια στο βράχο. Ατρόμητη μια καρακάξα πλησιάζει. Ένα αγόρι έχει αφήσει το ποδήλατο στο χώμα· παίζει γκάιντα. Ταϋλανδέζικο απ' το Κουκάκι. Merry Christmas Mr. Lawrence.



[Παραγγελία τού, και δημοσιευμένο στο "Κ" της "Καθημερινής της Κυριακής", Μ. Παρασκευή, 20 Απριλίου 2021. Φωτ.: Π.Ι., Πάρος, Αύγ. 2021.]

11.10.20

louise glück _ το άδειο γυαλί

 

Λουίζ Γκλυκ (γεν. 1943, Νομπέλ Λογοτεχνίας 2020)



ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΓΥΑΛΙ



Πολλά ζήτησα· πολλά έλαβα.

Πολλά ζήτησα· λίγα έλαβα, δεν έλαβα

σχεδόν τίποτα.


Και ανάμεσα; Κάτι ομπρέλλες ανοιγμένες μες στο σπίτι.

Ένα ζευγάρι παπούτσια στο τραπέζι της κουζίνας κατά λάθος.


Ω λάθος, λάθος – η φύση μου ήταν. Ήμουν

σκληρόκαρδη, απόμακρη. Ήμουν

εγωίστρια, άκαμπτη μέχρις τυραννίας.


Αλλά υπήρξα πάντα εκείνος ο άνθρωπος, ακόμα και στην πιο μικρή μου παιδική ηλικία.

Μικροκαμωμένη, με μαλλιά σκούρα, τ' άλλα παιδιά με τρέμαν.

Ποτέ δεν άλλαξα. Μες στο γυαλί, η αφηρημένη

παλίρροια της τύχης γύριζε

από πλημμυρίδα σε άμπωτη μες σε μια νύχτα.


Να 'ταν η θάλασσα; Αποκρινόμενη, ίσως,

σε ουράνια δύναμη; Για ασφάλεια,

προσευχόμουν. Προσπάθησα να γίνω καλύτερος άνθρωπος.

Σύντομα μού φάνηκε πως ό,τι άρχισε ως τρόμος

και ωρίμασε σε ηθικό ναρκισσισμό

θα μπορούσε ωστόσο να 'χει γίνει

πραγματική ανθρώπινη ανάπτυξη. Ίσως

αυτό να εννοούσαν οι φίλοι μου, παίρνοντάς μου το χέρι,

λέγοντάς μου πως καταλαβαίνουν

την κακοποίηση, τα απίστευτα σκατά που αποδεχόμουν,

υπονοώντας (κάποια φορά έτσι νόμισα) πως ήμουν λίγο άρρωστη

τόσα πολλά να δίνω, για τόσα λίγα.

Ενώ εννοούσαν πως ήμουν καλή (σφίγγοντάς μου με ένταση το χέρι) –

καλή, και φίλη και άνθρωπος, όχι πλάσμα για λύπηση.


Δεν ήμουν αξιοθρήνητη! Ήμουν γραμμένη με μεγάλα γράμματα,

σαν αγία ή βασίλισσα.


Όπως και να 'χει, τροφή για εικασίες ενδιαφέρουσες, όλα αυτά.

Και συνειδητοποιώ ότι το κρίσιμο είναι να πιστεύεις

στον κόπο, να πιστεύεις ότι κάτι καλό θα βγει αν απλώς προσπαθήσεις,

ένα καλό εντελώς ασπίλωτο από την διεφθαρμένη αφετηριακή παρόρμηση

να πείσεις ή να γοητεύσεις –


Δίχως αυτό, τι είμαστε;

Μια περιδίνηση στο μαύρο σύμπαν,

μόνοι, φοβισμένοι, αδύναμοι να επηρεάσουμε την μοίρα –


Τι έχουμε, αλήθεια;

Θλιβερά τεχνάσματα με σκάλες και παπούτσια,

κόλπα με αλάτι, δοκιμές επαναλαμβανόμενες, με ανάμεικτα κίνητρα,

να φτιάξουμε χαρακτήρα.

Τι έχουμε για να εξευμενίσουμε τις ισχυρές δυνάμεις;


Και νομίζω εντέλει αυτή ήταν η ερώτηση

που κατέστρεψε τον Αγαμέμνονα, εκεί στην ακτή,

με τα πλοία των Ελλήνων έτοιμα, την θάλασσα

αόρατη πέρα από το γαλήνιο αγκυροβόλι, το μέλλον

θανατηφόρο, ασταθές: ανόητος ήταν, που σκεφτόταν

ότι γινόταν να το ορίσεις. Έπρεπε να είχε πει

Δεν έχω τίποτα, είμαι στο έλεός σου.


από τις Επτά Εποχές (The Ecco Press, 2001) / https://www.poetryfoundation.org/poems/49618/the-empty-glass


μτφρ.: Παναγιώτης Ιωαννίδης


*

To ποίημα αυτό άρεσε στον Ηλία Κανέλλη, ο οποίος και μου το επεσήμανε.


1.7.20

7 βιβλία για το καλοκαίρι 2020












ΠΟΙΗΣΗ

 

~ Χάρης Γαρουνιάτης, Ροσινιόλ, εκδ. Αντίποδες, 2019, σελ. 55

“Συχνά σε ονειρεύτηκα [] να ανεβαίνεις πιο ψηλά απ' τη θέλησή μου [] για να μου ανοίξεις την πόρτα προς τον κήπο όπου τρέμω να βρεθώ”. Το εύρος της θεματολογίας του πρώτου, λίαν ευπρόσδεκτου βιβλίου του Χ.Γ. είναι μόνο μία από τις αρετές του: γιατί δεν γίνεται με όρους επίδειξης γνώσεων, και γιατί αποτελεί το έδαφος ανάπτυξης των άλλων δύο. Ευπρόσδεκτη και σπάνια, και η δεύτερη: η απουσία γλιστερού λυρισμού. “Ανάμεσά μας η ασθένεια σαν μια εκκεντρική // μορφή υγείας, όπως ανάμεσα σε δυο τραγούδια / μια διαφήμιση”. Μα τρίτη και σημαντικότερη: η παρουσία μιας ήδη ευδιάκριτης ποιητικής σκέψης, όπου πουλιά και συναφείς έννοιες (η φωνή στις διάφορες εκφάνσεις της, ο αέρας κι ο ουρανός, ...) κυριαρχούν: “Ζούμε σαν τραγούδια στον αέρα των διαμερισμάτων”. – Π.Ι.

 

~ Φοίβη Γιαννίση, Χίμαιρα, εκδ. Καστανιώτη, 2019, σελ. 185

“Ας έρθει να με βρει το απρόσμενο. Ένας άνεμος. / Κανείς δεν θα μπορέσει να πει με λέξεις / από πού πέρασε. / Μονάχα το μυρίζει.” Ποιήματα πότε λάμποντα και πότε στοχαστικά· τεκμήρια ανθρωπολογικής έρευνας της ίδιας της Φ.Γ. πλάι σε Βλάχους βοσκούς της Θεσσαλίας· λήμματα από την ευρεία αναδίφηση αρχείων και γραμματείας (αρχαίας και νέας, ελληνικής και ξένης): για την λέξη “χίμαιρα” (που σημαίνει και αίγα, κατσίκα), αλλά και για την νομαδικότητα, την ζωή των βοσκών, την διαπάλη μεταξύ θηλυκού και αρσενικού, ανθρώπου και ζώου· καταστρώνουν μια ποιητική μελέτη τανυσμένη ανάμεσα στους “Νόμους” (τους φυσικούς όρους) και την “Νομή” (τα πράγματα και το νόημα της ζωής με τα ζώα). “Τα λόγια είναι κλαδιά. / Ο τόπος αστράφτει μέσα στο χρόνο.” – Π.Ι.

 

~ Λένια Ζαφειροπούλου, Αίθουσα των χαμένων βημάτων – 26 ασκεπείς λυγμοί, εκδ. Πόλις, 2019, σελ. 50

“Πάνω από το κεφάλι μου περνά / η αστάθεια του καιρού”. Στο σημαντικό αυτό, τρίτο βιβλίο της, η Λ.Ζ., έχοντας διαβεί μέσα από την πολυτροπία (τον σκεδασμό, σχεδόν) του δεύτερου, εδραιώνει, διευρύνοντας και πλουτίζοντάς τες κατά τρόπο ζηλευτό, τις δυο αρετές που καθιστούσαν την πρώτη –βραβευμένη– εμφάνισή της ήδη αξιοπρόσεκτη: εικόνες, αφήγηση και ρητορική, έχοντας προ πολλού κατακτήσει την πύκνωση, ξεδιπλώνονται πλέον εντυπωσιακά, σχεδόν ξεδιάντροπα – τιθασευμένες όμως από έναν σπάνιας μαεστρίας έλεγχο όλων των ηχητικών ποιοτήτων του λόγου (ρυθμός και φθόγγοι). “΄Υστερα το παράθυρο θα ξεχαστεί ανοιχτό και θα φυσήξει ο τυχαίος αέρας”. Η μαρτυρική μορφή του Μαντελστάμ δίνει σκυτάλη θανάτου (και ανάστασης) σε τρεις άλλους Ποιητές διαδοχικά: στον Ορφέα, στον Λάζαρο, εντέλει στον Ιησού. “Πώς θα βουτήξεις κάθετα στην ανοιχτή πληγή του χρόνου;” – Π.Ι.

 

~ Στρατής Πασχάλης (επιλογή-επιμέλεια), Του έρωτα και της αγάπης, εκδ. Μεταίχμιο, 2019, σελ. 158

“Σαν όχλος σε πολιορκεί / σε πλησιάζει / Ο Έρωτας”. “Ποιήματα από τη Σαπφώ μέχρι τον Ρεμπώ”, ριμάρει τρυφερά παιγνιωδώς ο υπότιτλος αυτής της ανθολογίας του ποιητή και μεταφραστή Στρατή Πασχάλη (μόνο δύο μεταφράσεις είναι άλλων, επίσης εξαιρετικών ποιητών-μεταφραστών: του Παλαμά και του Καρυωτάκη). “Κοντά σου δεν αχούν άγρια οι ανέμοι”, “Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει”. Πραγματικά διαλεγμένα ένα-ένα, εξήντα δύο ποιήματα και αποσπάσματα από το έργο 39 ποιητών, Ελλήνων και ξένων, συν κάποια Δημοτικά, συνθέτουν αυτήν την δέσμη της οποίας ο καλλιτεχνικός σχεδιασμός (Βάσω Αβραμοπούλου / A4 Art Design) πρέπει επίσης να επαινεθεί. “Και το παράξενο / φως του έρωτός μου”, “Από τα μάτια πιάνεται, στα χείλια κατεβαίνει, / κι από τα χείλια στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει”. – Π.Ι.













ΔΟΚΙΜΙΟ


~ M. Klein, D.W. Winnicott, F. Fromm-Reichmann, C.R. Long, G.J. Gargiulo, J.R. Averill, Η μοναξιά – ως πάθηση και ως ικανότητα, μετάφραση: Ροζαλί Σινοπούλου, Αλεξάνδρεια, 167 σελ.

Η μοναξιά, η μοναχικότητα – και ποιαν/ον δεν ενδιαφέρει το θέμα;! Ο τόμος αυτός –πρώτος στην σειρά “Σφίγγα” των εκδόσεων “Αλεξάνδρεια”– την διερευνά, με την βοήθεια δοκιμίων από λαμπρές πέννες, ως ψυχικό, πνευματικό, και κοινωνικό φαινόμενο. Ο Βρετανός ψυχαναλυτής Ντ.Γ. Γουίννικοττ (του οποίου η σημασία ολοένα αναγνωρίζεται περισσότερο, και δικαίως) την θεωρεί “ένα από τα πιο σημαντικά σημάδια ωριμότητας στην συναισθηματική ανάπτυξη”. Οι Λονγκ και Άβεριλ εκτιμούν πως “από μια ευρεία, κοινωνική προοπτική [], τα οφέλη της μοναχικότητας συχνά υπερκεράζουν τις ζημίες της”. Και αυτή η θαυμάσια συναγωγή κειμένων κλείνει με την φράση του Τζ.Τζ. Γκαρτζιούλο: “Η απόλυτη μοναχικότητα των απεριόριστων δυνατοτήτων [] είναι ένα δώρο της φύσης που αργήσαμε να αναγνωρίσουμε”. – Π.Ι.

 

~ Σούνμιο Μάζουνο, Ζεν – ή η τέχνη της απλής ζωής, μετάφραση: Σώτη Τριανταφύλλου, σκίτσα: Harriet Lee-Merrion, Πατάκη, 223 σελ.

Θυμίζει εγχειρίδιο αυτοβελτίωσης (και είναι και αυτό) – μα οι (μία ανά δισέλιδο) “100 πρακτικές συμβουλές για μια ήρεμη και χαρούμενη ζωή” προέρχονται από τον αρχιερέα του ναού Κένκο-Τζι στην Ιαπωνία, που είναι συγχρόνως και ξακουστός αρχιτέκτων κήπων: μία από τις τέχνες που έχουν επηρεαστεί δραστικά από τον Βουδισμό Ζεν. Χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, το βιβλίο κάνει μια ευρεία και περιεκτική ξενάγηση στις αρχές και τις πρακτικές του Ζεν, παρουσιάζοντάς τες εντέλει με την μορφή απλών συστάσεων για μικρές μεταβολές στην καθημερινότητά μας: στάση απολύτως σύμφωνη προς το πνεύμα και την άσκηση του Ζεν. Εξίσου χαρακτηριστικό (και μάλλον όχι τυχαίο) είναι το γεγονός πως η εναρκτήρια παραίνεση είναι “Βρείτε χρόνο για το τίποτα”, και η τελευταία, “Αξιοποιήστε τη ζωή στο έπακρο” – ένα και το αυτό. – Π.Ι.

 

~ recto / verso, τ. 2, Φθινόπωρο 2019, 199 σελ.

Το “εξαμηνιαίο περιοδικό δοκιμιακού λόγου”, στο δεύτερο τεύχος του, διευρύνει το πεδίο του προσεκτικά και σοφά, για να συμπεριλάβει, πέρα από 'καθαρόαιμα' (αν μπορεί να ισχύσει ο χαρακτηρισμός, για ένα τόσο πρωτεϊκό είδος) δοκίμια (όπως, μεταξύ άλλων, τις “Σχέσεις μεταξύ ποίησης και ζωγραφικής” του Γουάλλας Στήβενς, σε μετάφραση του Ορφέα Απέργη), μια σύντομη ιδιοσυγκρασιακή νεκρολογία από τον Βικτόρ Ουγκό· δύο μονόπρακτα του Μπέκεττ μεταφρασμένα από τον Νίκο Α. Παναγιωτόπουλο (το ένα, μαζί με την Ανθή Λεούση) και πλαισιωμένα από ένα “Μεταφραστικό σημείωμα” του ίδιου και ένα κείμενο του Πιερ Μισόν για τον Μπέκεττ· και επιστολές του Σεζάνν (σε μετάφραση του διευθυντή του περιοδικού, Δημήτρυ-Χρυσού Τομαρά) με εισαγωγικά κείμενα των Ρόμπερτ Γκόλντγουωτερ και Μάρκο Τρέβες. Ακριβή ύλη, σε ένα έντυπο αρμόζοντος σχεδιασμού. – Π.Ι.


[Aπό το τ. Ιουλ.-Αυγ. 2020 τού "The Books' Journal"]