3.6.18

το μεταφρασμένο ποίημα




Κοινοτοπία;

Από την μετάφραση ενός ποιήματος, πρέπει να προκύπτει ποίημα. Ειδαλλιώς, πρόκειται, απερίφραστα, για κακή μετάφραση. Αν σας φαίνεται υπερβολικός ο αφορισμός, αντικαταστήστε την λέξη "ποίημα" με "επιστημονικό άρθρο", "θεατρικό έργο", "τραγούδι", κ.ο.κ.

11.2.18

παραλληλίες και λεπτομέρειες


















*** spoiler alert ***

[περί Phantom thread και Γρανάδας]


Πώς μπορείς να (ξανα)πεις σήμερα μιαν ιστορία για τα πιο σημαντικά (και χιλιοειπωμένα, χίλιες φορές καλύτερα);

Δυο τρόποι είναι: πλέκοντάς την με μιαν άλλη ιστορία, κάπως αταίριαστη εκ πρώτης όψεως (π.χ. μια οικογενειακή ιστορία ερώτων και θανάτων, μαζί με μια λυρικο-επιστημονική αφήγηση περί της καταγωγής μας από την ύλη ‘νεκρών’ άστρων, μαζι με μιαν ιστορική αφήγηση ερώτων, θανάτων, και πανούργας, απύθμενης αφοσίωσης)∙ ή εισάγοντας και τονίζοντας μιαν ασυνήθιστη, έως κι ‘αντίθετη’, λεπτομέρεια (π.χ. η περιοδική, αυτοϊάσιμη, δηλητηρίαση του αγαπημένου προσώπου, ως μέσον επαναφοράς στην τρυφερότητα και στην ανάγκη του άλλου).

Τον πρώτο τρόπο μετέρχεται η «Γρανάδα», θεατρικό έργο του σκηνοθέτη Γιάννη Καλαβριανού, το οποίο σκηνοθετεί για την ομάδα του “Sforaris”, με άξιου/ες ηθοποιούς (Γιώργος Γλάστρας, Έφη Σταμούλη, κ.ά. – ου μην αλλά και η ζαλιστική Λυδία Φωτοπούλου σε οθόνη βίντεο!). Τον δεύτερο, ο κινηματογραφικός σκηνοθέτης Paul Thomas Anderson, στην «Φασματική κλωστή» του (ή «αόρατη», κατά την ελληνική εταιρεία διανομής), με τον ως συνήθως ασύλληπτο Daniel Day Lewis, αλλά και την πρωτεϊκής σαγήνης Vicky Krieps, και την τραγική βρετανίδα σφίγγα της Lesley Manville.

Αμφότερα, not to be missed. Και δι’ αμφότερα, θα είχε κανείς να πει πάρα πολλά ακόμη – κυρίως όμως για την σοβαρότητα του σχεδιασμού τους ως έργα τέχνης, την ανυπόκριτη ευθύτητα των καλλιτεχνικών τους μέσων, και του πώς δεν φοβούνται –κάθε άλλο– την συγκίνηση.

27.1.18

risk _ a poets' agora 2017

























Την 1η Δεκεμβρίου 2017, ο Θοδωρής Χιώτης, η Κυόκο Κισίντα, κι εγώ -ευγενώς προσκεκλημένοι από τις ιδρύτριες και επιμελήτριες τού  "A Poets' Agora"Karine Ancellin και Angela Lyras, στην πανέμορφη Οικία Κουτζαλέξη του πρώιμου 19ου αι. (επαναδιακοσμημένη από τον Γιάννη Τσαρούχη στα τέλη της δεκαετίας του 1960)- διαβάσαμε (στα ελληνικά, με αγγλικό σχολιασμό) τρία ποιήματά μας, συμπεριλαμβανομένου και ενός γραμμένου ειδικά για την περίσταση. Αυτά τώρα δημοσιεύονται - το δικό μου, εδώ: https://apoetsagora.com/παναγιώτης-ιωαννίδης/ - αλλά και εδώ: https://xylokopoi.blogspot.gr/2017/12/blog-post.html.

Αλλά και ολόκληρο το ωραίο τομίδιο (σχεδιασμένο από το G Design Studio), στα ελληνικά και αγγλικά, είναι πλέον διαθέσιμο εδώ: https://apoetsagora.files.wordpress.com/…/a-poets-agora-ris… - ενώ οι αναγνώσεις, εδώ: [η δική μου αρχίζει  στο:] https://youtu.be/SOx7_y-PVl4?t=9m2s [και ολοκληρώνεται στο 21'].

(Η φωτ. από τα αριστουργηματικά ταβάνια του σπιτιού, είναι του Πάνου Κοκκινιά.) 

1.12.17

αυτός δεν είναι ένας δερβίσης














ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΕΡΒΙΣΗΣ

Πλατεία Ταξίμ, Κωνσταντινούπολη, 2013


Πράσινο σκοτεινό βελούδο τού κυπαρισσιού
ρελιασμένο με μαύρο φαρδύ καραβόπανο
απλωμένο φουσκώνει καθώς περιστρέφεται
με τα χέρια ανοιχτά
σε ουρανό και σε γη
μες στο πλήθος που όρθιο
χτυπά παλαμάκια
πάνω στην ασφαλτοστρωμένη
πληγή της πλατείας

Μα στο πρόσωπο –
Μα το πρόσωπο
δεν είναι αγίου
ούτε ανθρώπου

Το πρόσωπο είναι μουτσούνα
τερατόμορφης πάπιας
Με καπάκια στα μάτια
με το ράμφος ραμμένο
βουλωμένο κι αυτό
–για τα δακρυγόνα–
Άσπρο καουτσούκ νοσοκομείου
–δίχως βλέμμα ή ανάσα–
πάνω από το κυπαρισσένιο
φύλλωμα που κυματίζει

Πάψτε
Πάψτε
να χτυπάτε τα χέρια
Αρπάξτε τον
Σώστε τον
Μες στο άσπρο σκάφανδρο
δεν θα του φτάσει ο αέρας
Θα σωριαστεί στο χώμα

και δεν θα φυτρώσει

~

Ποίημα για το τρίτο ετήσιο "A Poets' Agora" (1 Δεκεμβρίου 2017), με το γενικό θέμα "Risk". Αναδημοσιεύτηκε, ως "Ποίημα της ημέρας", στην "Popaganda". (Η φωτογραφία είναι της ειδησεογραφίας του 2013, από την Πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης.)

25.11.17

ένας θρασύς "ορφέας" που πρέπει να ταξιδέψει
















Το καλλιτεχνικό θράσος ανταμείβεται -δηλαδή δίνει καρπούς, κι όχι μόνο πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού- όταν ο καλλιτέχνης-θρασίμι έχει και νου, και γνώση, και αισθητήριο, κι όταν έχει ιδρώσει ασκούμενος και μελετώντας. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος έχει προ πολλού αποδείξει ότι είναι τέτοιος καλλιτέχνης. Και σε τούτη την εκδοχή του "Ορφέα" του Μοντεβέρντι (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 24 & 25 Νοεμβρίου 2017), του ξαναβγήκε η πασιέντζα του ιδιοφυούς παντρέματος στοιχείων διαφορετικών παραδόσεων: εν προκειμένω, των αναγεννησιακών (της εποχής του έργου) με ηλεκτρικά όργανα (από θέρεμιν έως μπάσσο!)

Σε αυτό το θρασύ κι επιτυχές εγχείρημα, είχε άξιο συνωμότη τον σκηνοθέτη Θάνο Παπακωνσταντίνου, που επέλεξε, ως αντίστιξη στον ηχητικό πλούτο, μια 'μινιμαλιστική' ασπρόμαυρη όψη και 'απλές', 'γεωμετρικές' λύσεις. Τα επιμέρους ερωτήματα ή επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς (μακάρι ο Ορφέας να είχε κινηθεί περισσότερο στα μακρά μέρη του - ή πόσο σκηνικά χρήσιμος είναι πλέον ο τεχνητός καπνός;) δεν μειώνουν την αξία του επιτεύγματος που χωρίς επιείκεια θυμίζει (και τις υπερβαίνει σε συνοχή και νόημα) κάμποσες 'ξένες παραγωγές', εισαγόμενες live ή αποτυπωμένες σε dvd.

Μα εξίσου άξιοι οι (κάθε φορά και καλύτεροι) μουσικοί των "Latinitas Nostra" και οι συνεργάτες τους - και, βεβαίως, οι τραγουδιστ(ρι)ες. Ανάμεσά τους, γι' άλλη μια φορά ξεχώρισαν η Θεοδώρα Μπάκα (ως Μουσική, και Ιέρεια του Διονύσου) -έκφραση, ρητορική, συνάφεια ύφους προς το έργο, αλλά και σκηνική παρουσία- και η αποδεδειγμένης ευστοχίας Λένια Ζαφειροπούλου (Ελπίδα), μα έλαμψαν επίσης οι -απλώς (και δυστυχώς) λιγότερο γνωστοί/ές μου- Χρήστος Κεχρής (πλήρης χροιών Βοσκός), και οι εντυπωσιακές Ειρήνη Μπιλίνη (Νύμφη) και Σοφία Πάτση (Αγγελιοφόρος: από τους σημαντικότερους ρόλους στο έργο).


H εξαρχής -κατά τον γάμο Ορφέα και Ευρυδίκης- εμφάνιση του ζεύγους χριστιανικός σταυρός / παγανιστικό στεφάνι όρισε σχηματικά το δίπολο Έρωτας / Θάνατος του μύθου και της πλοκής. Μα είναι ενδιαφέρον πως το ευτυχέστερο ερωτικά ζεύγος είναι, όχι το λευκό, μα το μαύρο: ο Πλούτων με την Περσεφόνη, οι σύμμαχοι και φύλακες του Θανάτου - τον έχουν αποδεχθεί, και ο έρωτάς τους ανθίζει. Αντιθέτως, ο κυριολεκτικώς ξεμυαλισμένος Ορφέας θαρρεί πως ο Έρως είναι ο ανώτερος Θεός - εξού και δεν θα τον απολαύσει. Κι αποδεικνύεται εντέλει 'κακός μάγος': εξίσου αστόχαστα θα απαρνηθεί τον Έρωτα, ώστε δικαίως να σπαραχθεί από τις Μαινάδες (μες σ' ένα noise καταιγιστικό).

Προλαβαίνετε κι αύριο!


(Μα όσοι/ες έχουν θέσεις ευθύνης ή/και κατάλληλες γνωριμίες, ας φροντίσουν η παράσταση αυτή α) να επαναληφθεί (αφού διορθωθούν η υπερβολή στην ενίσχυση, και η ισορροπία των οργάνων κατά τόπους), και β) οπωσδήποτε να ταξιδέψει και εκτός συνόρων. Κάτι τέτοια είναι που δεν μας αφήνουν να βουλιάξουμε εντελώς στην απόγνωση.)

28.10.17

ο έζρα πάουντ για τους συγγραφείς και την γλώσσα









"Οι συγγραφείς αυτοί καθαυτούς έχουν μια συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία εντελώς ανάλογη προς την ικανότητά τους ΩΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ. [...]
Καλοί συγγραφείς είναι εκείνοι που συντηρούν την αποτελεσματικότητα της γλώσσας, Δηλαδή, την κρατούν ακριβή, την κρατούν καθαρή. Δεν έχει καμιά σημασία αν ο καλός συγγραφέας θέλει να είναι χρήσιμος ή αν ο κακός θέλει να βλάψει. [...]
Ο νομοθέτης δεν μπορεί να νομοθετήσει για το κοινό καλό, [...] ο λαός (στην περίπτωση μιας δημοκρατικής χώρας) δεν μπορεί να διαπαιδαγωγήσει τους "εκπροσώπους" του, παρά μόνο μέσω της γλώσσας.
Η ομιχλώδης γλώσσα των τσαρλατάνων υπηρετεί έναν προσωρινό μόνο σκοπό.[...]
Η γλώσσα σας βρίσκεται στα χέρια των συγγραφέων σας. [...]
Ο άνθρωπος που καταλαβαίνει, δεν μπορεί πλέον να εφησυχάζει και να μένει αδιάφορος τη στιγμή που η χώρα του αφήνει τη λογοτεχνία της να παρακμάζει και την καλή γραφή να αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση, όπως δεν μπορεί ο καλός γιατρός να εφησυχάζει και να επαναπαύεται ενόσω ένα αμόρφωτο παιδί μολύνεται από φυματίωση νομίζοντας ότι απλώς έτρωγε τάρτες με μαρμελάδα."

- από το: Έζρα Πάουντ, Ποιητική Τέχνη (μτφρ.: Ελένη Πιπίνη), σελ. 39-42 (εδώ, με δικές μου σιωπηρές τροποποιήσεις), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016.

[στην φωτ., ο Έ.Π. από τον Richard Avedon.]

29.6.17

πικρή παρηγοριά











Όντας λάτρης και της μικρής φόρμας του ‘εικαστικού κινηματογράφου’ αλλά και της μεγαλοφυίας του Derek Jarman, έσπευσα στην προβολή (στον ωραίο και φιλόξενο χώρο του State of Concept, και χάρη στο British Council) μικρών ταινιών (“moving image works”, κατά την τρέχουσα ορολογία) που ήταν υποψήφιες ή βραβεύθηκαν στα ετήσια  Jarman Awards”,  από το 2009 ώς το 2014. Από τα 11 έργα (διάρκειας από λίγο λιγότερο του λεπτού έως και πάνω από 16’ – εδώ έρχεται στον νου η έξοχη αγγλική έκφραση “to overstay ones welcome”), τα 10 κυμαίνονταν από το αδιάφορο ώς το κουραστικό, και από το σοβαροφανές και το μελό ώς το παιδαριώδες – ή συνδύαζαν, σε διάφορες δόσεις,  περισσότερα του ενός από τα ελαττώματα αυτά. Μόνον το σχεδόν δεκάλεπτο Choir (2011) της Elizabeth Price κυριαρχούσε στα (πλούσια) μέσα του, είχε στόχο αλλά επέτρεπε εις εαυτόν την παρέκκλιση έως την ‘τρέλλα’, διέθετε χιούμορ και σοβαρότητα σε ισορροπημένες δόσεις, ερέθιζε τον νου και συγχρόνως ικανοποιούσε τις αισθήσεις. Κάποια από τα υπόλοιπα έργα, φαντάζομαι ότι θα μπορούσαν να μην έχουν γίνει καν δεκτά ως πτυχιακές εργασίες.
Συμβαίνουν και εις Εσπερίαν, λοιπόν (πικρή παρηγοριά), αυτά για τα οποία παραπονιόμαστε κι εδώ: πως ικανός αριθμός συγγραφέων δίνει την εντύπωση ανθρώπων που όχι απλώς δεν μελετούν –και δεν έχουν μελετήσει– εις βάθος, αλλά ούτε καν διαβάζουν επαρκώς∙ μουσικών, που δεν ακούν∙ εικαστικών, που δεν έχουν έχουν προσέξει τι έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα∙ κ.ο.κ.. Έχεις, δηλαδή, την αίσθηση πως ουκ ολίγοι καλλιτέχνες δεν έχουν επαρκώς σπουδάσει τα υλικά τους ούτε εκμάθει τα εργαλεία τους, και εργάζονται σε ιστορικό (άρα και αισθητικό, και πολιτικό) κενό.
Τι φταίει; Πολλά, προφανώς: Όσοι (δεν) τους εκπαιδεύουν (και στην Βρετανία –απ’ όπου παίρνει αφορμή το σχόλιο αυτό– είναι διαπιστωμένη η κατρακύλα του επιπέδου και των απαιτήσεων της ανώτατης εκπαίδευσης, μετά το θατσερικό ξήλωμα, με τους σπουδαστές να θεωρούνται «πελάτες»), όσοι (δεν) τους κρίνουν (αυστηρά), όσοι τους δίνουν βήμα (με ανεπαρκή καλλιτεχνικά κριτήρια, αν όχι και με εξωκαλλιτεχνικά), όσοι (δημοσιογραφούντες) τους επαινούν αδιαφορώντας για την άγνοιά τους, κ.οκ.. Και όταν αυτή η άγνοια έχει εγκατασταθεί και στο κοινό (πάλι λόγω έκπτωσης της τυπικής εκπαίδευσης), καθιστώντας το ανίκανο να (δια)κρίνει, λίγα μας μένουν να ελπίζουμε.
Έγραψα πιο πάνω «της τυπικής εκπαίδευσης», γιατί η άτυπη εκπαίδευση (η εκτός εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και θεσμών, δηλαδή: ό,τι παλιότερα θα λέγαμε ότι καθιστά κάποιον «αυτοδίδακτο») μέσω, π.χ., της αφθονίας του διαδικτύου, μπορεί να φέρει άλλα αποτελέσματα – αρκεί, βέβαια, να κατέχουμε τα κατάλληλα αξιολογικά εργαλεία (που από κάπου πρέπει να τα διδαχθούμε κι αυτά...) Και όσο ο εναγκαλισμός της τέχνης με την Αγορά (τα fora των ΜΜΕ) και τις αγορές (the markets) εξελίσσεται σε στραγκαλισμό, άλλοι, ‘εξωθεσμικοί’, χώροι παρουσίασής της (όπως ακόμη και τα ‘κοινωνικά δίκτυα’), ίσως προσφέρουν ένα πεδίο καλλιτεχνικής ελευθερίας: μιαν ανάσα σωτηρίας. (Τα έτη 2009-2012, όταν τσαλαβούτησα αρκετά στο ‘facebook της ερασιτεχνικής φωτογραφίας’, το flickr, με είχε εντυπωσιάσει ο αριθμός απο ‘ερασιτεχνικές’ φωτογραφίες πολύ πιο ενδιαφέρουσες από αυτές που έβλεπα στα ‘αρμόδια’ περιοδικά (είτε ‘τεχνικά’, είτε καλλιτεχνικά). Βέβαια, η ανεύρεσή τους απαιτούσε, κι εκεί, έρευνα – κάποια ίχνη της οποίας (μόνον και μόνον για να δείξω με παραδείγματα τα δικά μου κριτήρια, συμπληρώνοντας και τεκμηριώνοντας τούτο το πρόχειρο σημείωμα) επιβιώνουν και σήμερα στις μικρές ‘εκθέσεις’ με φωτογραφίες άλλων που βρίσκονται συγκεντρωμένες εδώ.)

Η τέχνη δεν είναι σκέτη αυτοέκφραση – ούτε υπάρχει μόνο για να περνάμε την ώρα μας. Είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους που εμπνεύστηκε και διαθέτει το ανθρώπινο πνεύμα για να αυτο-υποβάλλεται σε δοκιμασίες εκλέπτυνσης και εμβάθυνσης, που τ’ οδηγούν σε απόλαυση πολυεπίπεδη. Δεν χρειαζόμαστε ντε και σώνει όσο γίνεται περισσότερα νέα ‘έργα τέχνης’ – χρειαζόμαστε μόνον τα καλά έργα τέχνης, κι ήδη υπάρχουν πολλά. Εμμένοντας σε αυτά και μελετώντας τα εις βάθος, θα μπορέσουμε να διακρίνουμε και να ενθαρρύνουμε όσα νέα όντως αξίζει να προστεθούν στην χορεία τους – δηλαδή όσα θα μας ωφελήσουν παραπάνω, ή με διαφορετικό τρόπο, από τα ήδη υπάρχοντα. 

[στην φωτ., εικόνα από το έργο της Ελίζαμπεθ Πράις, Choir (2011)]

9.5.17

η "πολωνία" υποψήφια για το βραβείο του "αναγνώστη"



















Και να που -καθώς πάει να συμπληρωθεί ένας χρόνος από την ημέρα κυκλοφορίας της- η Πολωνία βρίσκεται ανάμεσα στα δέκα βιβλία του 2016 που είναι υποψήφια για το βραβείο ποίησης του περιοδικού "Ο Αναγνώστης": http://www.oanagnostis.gr/λογοτεχνικά-βραβεία-αναγνώστη-2017-μικρ/

Με ευχαριστίες στην κριτική επιτροπή για την επιλογή - και με χαρά για την συνύπαρξη με καλά βιβλία, χαρά που γίνεται μεγαλύτερη μιας κι ορισμένα εξ αυτών είναι γραμμένα από συνοδοιπόρους εν τέχνη.

1.12.16

6 βιβλία για τα χριστούγενννα του 2016

















ΠΟΙΗΣΗ

~ Μιχάλης Γιαννακάκης, Σε δάσος σιδερένιο, εκδ. Οδός Πανός, 2015, σελ. 48. Πλάγιος δεύτερος σωπαίνει / Μονοπάτι αρχαίο / Αμύγδαλο / Το χείλι σου τρέμει. Απόσταγμα εργασίας των ετών 1995-2014, είκοσι τρία ολιγόστιχα ποιήματα ακριβείας. Ο Στ. Αλεξίου έγραψε: «η συντομία, η επαφή με την πραγματικότητα [] και η σαφήνεια», που θα τις «βρούμε, ύστερα από δεκαετίες, μόνο στον τόσο διαφορετικό [] Καβάφη», «αποτελούν [] βασικές υποθήκες του Σολωμού για τη νεώτερη, συνήθως «αιθεροβάμονα» ποίησή μας» – και ο Μ.Γ. φαίνεται πως άκουσε. Εικόνες της φύσης, της πόλης, ή προσφιλών μορφών, συμπαρατάσσονται, αντικαθρεφτίζονται, συνηχούν. Οι αλλεπάλληλες εικόνες γίνονται μεταφορές η μια για την άλλη. Ορίζοντας ανοίγει με χαρτί και μολύβι / Η ένωση του λαιμού με την ωμοπλάτη / Γίνεται βροχή / Καταρράκτης / Φαράγγι των νεκρών στη Ζάκρο. 

ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

~ Ράινερ Μαρία Ρίλκε (μτφρ.: Δημ. Στ. Δήμου), Οι Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριτς Μπρίγκε, εκδ. Το Ροδακιό, α’ ανατ. 2016, σελ. 192. Από τις ρίζες της ζωής του δημιουργήθηκε το γερό, ανθεκτικό στο χειμώνα φυτό μιας καρποφόρας χαράς. Σπανίως ο καλός ποιητής και ο καλός πεζογράφος ενσαρκώνονται στο ίδιο πρόσωπο∙ ο Ρίλκε είναι μία από τις εξαιρέσεις. Τα γεγονότα[,] πόσο ήσαν απλά κι ανακουφιστικά μπροστά στις υποθέσεις. Συμπληρωμένη με χρήσιμες σημειώσεις του μεταφραστή, έχουμε εδώ –μ’ έναν λόγο υποδειγματικής πυκνότητας και αλησμόνητης ομορφιάς– την εξωτερική κι εσωτερική περιπέτεια, με τις ανελέητες αλλά και γεμάτες βαθύτατη ανθρωπιά παρατηρήσεις, και τους βασανιστικούς στοχασμούς ενός νέου που βρίσκεται καθ’ οδόν –ανάμεσα στην οικογένεια, την Ιστορία, τον Θεό και τους συνανθρώπους του– προς την δύσκολη ωριμότητα και την Αγάπη. Ν’ αγαπιέσαι σημαίνει να παρέρχεσαι, ν’ αγαπάς σημαίνει να διαρκείς. – Π.Ι.

ΔΟΚΙΜΙΑ

~ Γ.Β. Δερτιλής, Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις, 1821-2016, εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 158. Μια λογική διακυβέρνηση της χώρας θα μπορούσε, με τη διπλωματία και με έγκαιρες συμμαχίες, αφενός να αποφεύγει ορισμένους πολέμους και αφετέρου να μετριάζει το κόστος των εξοπλισμών. Δυστυχώς, οι ελληνικές πολιτικές τάξεις έκαναν ανέκαθεν το αντίθετο. Και επιπλέον, διακινδύνευαν συνεχώς την πολεμική εμπλοκή της χώρας με περιττές δημαγωγικές προκλήσεις. [] Μετά το 1980 [] διεκδικούσαν την εξουσία χωρίς αίσθηση της Ιστορίας, χωρίς πολλούς ηθικούς δισταγμούς και χωρίς κανέναν σεβασμό για την αλήθεια. Για όσους από εμάς δεν πρόλαβαν –ή δεν θα μπορέσουν– να αναγνώσουν το ογκώδες, σημαντικό έργο του Γ.Β.Δ., Ιστορία του Ελληνικού Κράτους (1830-1920), το παρόν τομίδιο είναι όχι μόνο ευσύνοπτη και προφανώς επιλεκτική σύνθεση, αλλ’ επίσης γλαφυρό και πολύτιμο ‘κήρυγμα’ αφύπνισης. Η γνώση της Ιστορίας οδηγεί στην αυτογνωσία και στην επίγνωση. Απο εκεί στην πράξη, ο δρόμος της Δημοκρατίας είναι ανοιχτός. 

~ Νικόλας Κάλας (εισ. και συγκέντρωση κειμένων: Λένα Χοφφ, μτφρ.: Ανδρέας Παππάς), Υπερρεαλισμός και η Δημιουργία της Ιστορίας, εκδ. Άγρα, 2016, σελ. 145. Η Λ.Χ. κλείνει την εισαγωγή της γράφοντας: Ο Κ. έγραφε κριτική που έμοιαζε με ποίηση και ποίηση που ήταν σκληρή σαν κριτική, ανακατεύοντας επίτηδες τα κομμάτια ενός παζλ που συνεχίζει να μας ξαφνιάζει με τη φρεσκάδα του και να μας διαφωτίζει ακόμα και τώρα. Έξοχη σύνοψη της αξίας των κειμένων αυτών, που θα απάρτιζαν ένα βιβλίο που σχεδίαζε αλλά δεν μπόρεσε να εκδώσει ο Κ., απόπειρα να επανεξετασθεί η σημασία του υπερρεαλισμού την δεκαετία του 1970. Πεποίθηση του Κ., ότι ο τρόπος που ο υπερρεαλισμός αντιμετωπίζει την γλώσσα, την τέχνη, τον έρωτα, παραμένει επίκαιρος: Η αποκατάσταση της επικοινωνίας μεταξύ ονείρων και πραγματικότητας είναι ένας ποιητικός στόχος που δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με πολιτικά μέσα. 

~ Έζρα Πάουντ, Ποιητική Τέχνη, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016, σελ. 342. Η κατήφεια και η επισημότητα είναι εντελώς περιττές, ακόμη και στην πιο αυστηρή μελέτη μιας τέχνης που σκοπός της είναι να ευχαριστεί την καρδιά του ανθρώπου. Απαραίτητο εγκόλπιο για κάθε σοβαρό ποιητή, νέο ή έμπειρο, και οιασδήποτε ‘σχολής’ –όσο και απολαυστικότατη περιήγηση, για κάθε αναγνώστη, στην ιστορία και την τέχνη της ποίησης– το βιβλίο του Π., Αλφαβητάριο της Ανάγνωσης, προσφέρεται, στην έκδοση αυτή, συμπληρωμένο από 11 ακόμη δοκίμιά του για την λογοτεχνία, τον πολιτισμό, την παιδεία. Η ευφυία και η ευστοχία του κορυφαίου Αμερικανού ποιητή και λογίου είναι συναρπαστικές και παροιμιώδεις εύχομαι ολόψυχα να καταστούν και μολυσματικές. Όλα αυτά μάς οδηγούν στο ζήτημα της ανηθικότητας της κακής τέχνης. Η κακή τέχνη είναι ανακριβής. Είναι τέχνη που ψεύδεται. 

ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ

~ Σάκης Σερέφας (επιμ. και μτφρ.), «Δεν υπήρξαν ήρωες εδώ...» (Λογοτεχνικά κείμενα και μαρτυρίες), σειρά: Η Θεσσαλονίκη στον Α’ Π.Π., εκδ. University Studio Press, 2015, σελ. 94. ... η απορία τους: Ποιος είναι αυτός ο μυστήριος τόπος που τυς περιέχει τώρα; Ο καλός ποιητής (και όχι μόνο) Σ.Σ. μάς έχει δώσει, μες στα χρόνια, κι άλλες πολύτιμες και απολαυστικές ανθολογίες κειμένων για την Θεσσαλονίκη. Η πιο πρόσφατη συγκεντρώνει 40 πεζά και ποιήματα, καθώς και μαρτυρίες Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, διαφόρων εθνικοτήτων, για την ζωή στην πόλη κατά την διάρκεια του Α’ Π.Π.. Φωτογραφίες, καρτ-ποστάλ, και άλλα έντυπα τεκμήρια της εποχής δρουν ως κάτι παραπάνω από απλή εικονογράφηση. Ο  Απ. Παύλος επισκέφτηκε αυτόν τον τόπο μονάχα μια φορά κι από τότε έστειλε μονάχα κάποιες επιστολές εδώ και [] μάλλον αυτό θα κάνουμε όλοι μας...

*

Οι γιορτινές αναγνωστικές προτάσεις μου, στο "The Books' Journal" του Δεκ. 2016.

21.11.16

σαμσών ρακάς _ "αμπερλουδαχαμίν"













Τι να σημαίνει άραγε αυτός ο αραβοφανής (;) τίτλος; Μια εντελώς πρόχειρη διαδιακτυακή έρευνα δεν αποδίδει κάτι. Οπότε, υποκινημένοι και από την τυπογραφική εμφάνιση του τίτλου στο εξώφυλλο, μπορούμε να επιχειρήσουμε ένα συνδυαστικό παίγνιο: παιδί (χαμίν[ι]) που παίζει (λατινική ρίζα lud-) με το ηλεκτρικό ρεύμα (ampere);

Όπως και να 'χει, πρόκειται για την δεύτερη εκδοτική εμφάνιση του Σ.Ρ. , του οποίου ποιήματα βρίσκουμε δημοσιευμένα, σε έντυπα περιοδικά και στο διαδίκτυο, ήδη από το 2009 (αν όχι, ενδεχομένως, και νωρίτερα). Η πρώτη γραφή (2013) του πρώτου βιβλίου του είχε τον τίτλο Ψυττάλεια Α, ενώ η τρίτη και τελική,  Αδράξτε τη νύχτα (2014). (Επρόκειτο για χειροποίητες εκδόσεις εκτός εμπορίου.) Πολύ σχηματικά, και αδικώντας την πλούσια κίνησή του, στην τελική εκδοχή του, εκείνο το “παλίμψηστο ποίημα” –κατά την έκφραση του ίδιου του ποιητή–, παουντικής πνοής και τόνου, σε 24 μέρη (από “α” έως “ω”) και 32 σελίδες, εμφάνιζε τον αφηγητή να περιπλανιέται σε μια κατεστραμμένη Αθήνα (τόσο θουκυδίδεια όσο και 'της κρίσης'), με κύριους σταθμούς την Πλ. Συντάγματος, την Ψυττάλεια, και μια ημιτελή οικοδομή. Εκεί έχει την σημαντικότερη συνάντησή (και διάλογό) του: μ' έναν Αθίγγανο θεόπαιδα, ενθρονισμένο σε μιαν υψηλότατη στήλη από άσπρες πλαστικές καρέκλες. Το ανήμπορο μα σοφό αυτό αγόρι-'Μεσσίας' θα 'σώσει' μόνον δια της εκθρόνισής του – την οποία υποδεικνύει στον αφηγητή και η οποία και θα τελεσθεί από αυτόν στην 'ραψωδία' “υ”.

Το όλο ποίημα συνθέτει με αξιοπρόσεκτη μαεστρία διάφορες ιστορικές, λογοτεχνικές και βιωματικές αναφορές, ο τόνος του (με συχνή χρήση του α' ενικού προσώπου και της απεύθυνσης σε β', ενικό είτε πληθυντικό, πρόσωπο διαφόρων ταυτοτήτων) κυμαίνεται από τον λυρικό και τον στοχαστικό έως τον προφητικό και τον καταγγελτικό, οι δε εναλλαγές τόνου και περιεχομένου στα 24 μέρη του μαρτυρούν εξαιρετική αίσθηση της αρχιτεκτονικής. Συνολικά, μια εντυπωσιακή πρώτη εμφάνιση με πραγματικές ποιητικές αρετές, όσο και αν ενίοτε καταφεύγει σε κάποιες γλωσσικές ακροβασίες και θεαματικές 'χειρονομίες'. Εν πολλοίς, λοιπόν, πετυχαίνει –χάρη στον αυστηρό έλεγχο των ποιητικών μέσων– σε ένα είδος όπου έχουν αποτύχει ουκ ολίγες ανάλογες προηγούμενες προσπάθειες. (Αξίζει, δηλαδή, τον κόπο, να αναζητήσετε φιλικό πρόσωπο που διαθέτει αντίτυπο, και να παρακαλέσετε για ένα φωτοαντίγραφο.)

Στο Αμπερλουδαχαμίν (Υποκείμενο, 2015), που και πάλι αποτελείται από ένα μόνον ποίημα, μα χωρίς σαφή χωρισμό μερών, το εύρος της σύνθεσης έχει περιορισθεί δραστικά: στο βιωματικό και οραματικό πεδίο. Το ύφος, παραμένοντας γλωσσικά και εκφραστικά πλούσιο, έχει τιθασευθεί, και ο βηματισμός του ποιήματος επιβάλλεται στον αναγνώστη ακόμη πιο αποτελεσματικά.

Ο βασικός μύθος του ποιήματος, αντί να διαθλάται σε ποικίλες όψεις των αμαρτιών και των πληγών της πόλης και του έθνους, εστιάζει στην πρώτη και την τελευταία συνάντηση του αφηγητή με τον Δαίμονα της Τέχνης, και στην μεταξύ αυτών των δύο επεισοδίων περιπλάνησή του. Για την μετατόπιση της εστίασης, προειδοποιούμαστε εξαρχής: την θέση της διπλής προμετωπίδας τού Αδράξτε την νύχτα, με τον φιλοσοφικό-αισθητικό λόγο του Λορεντζάτου και τον τραγικό-ιστορικό του Αισχύλου, έχει πάρει η φράση του Αντόνιο Πόρτσια, “Όταν όλα έχουν γίνει, τα πρωινά είναι θλιμμένα” – που φέρνει στον νου και το “Θλιμμένη η σάρκα, φευ / Και τα βιβλία, τα 'χω όλα διαβάσει” του Μαλλαρμέ. (Η έκδοση είναι προσεγμένη· δεν διακρίνω, ωστόσο, την λειτουργία των –ωραίων, κατά τα λοιπά– εικόνων στις σελίδες 36-37.)

Κάποια νύχτα, όταν ήταν μικρό παιδί, ο αφηγητής ένιωσε να τον αγγίζει στο κεφάλι το αγαπημένο υποκείμενο (λίγο σαν νυχτερίδα: το ζώο του οποίου την μορφή υιοθετεί για ν' αποκοιμηθεί ο αφηγητής στο τέλος τού Αδράξτε τη νύχτα – και θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς πλήθος άλλα, πέρα απ' τα προφανή, σημεία 'διαλόγου' μεταξύ των δύο βιβλίων, αλλά δεν είν' αυτός ο στόχος τούτου του κειμένου). Η συνάντηση τον τρομοκρατεί μα και τον αναστατώνει, ώστε να μην παύει να την αναπολεί και να αδημονεί για την επανάληψή της. Το 'χρίσμα' που έλαβε τον απομονώνει σταδιακά όλο και περισσότερο από τους λοιπούς ανθρώπους, όσο καθυστερεί η ποθητή επόμενη συνάντηση με το “αγαπημένο υποκείμενο”, που θα αποκαλύψει την ταυτότητά του: δεν είμαι ο διάβολος είμαι η Τέχνη. Η εν σώματι επαφή, ωστόσο, δεν θα επαναληφθεί, και ο αφηγητής θα θαφτεί ζωντανός μες στο χώμα (του χρόνου) που συσσωρεύεται γύρω του. Αλλά σαν να μην πρόκειται για θάνατο: καίτοι θαμμένος, ο αφηγητής μιλά· ρωτά –στον τελευταίο στίχο– το “αγαπημένο υποκείμενο”: τι χώμα έχουνε τα μάτια σου; (Και, προφανώς, έχει 'επιζήσει' για ν' ανοίξει το ποίημα: να ζω το θρίαμβο που όλο αναβάλλεται [] / να ζω την πτώση που όλο αναβάλλεται.) Ίσως μάλλον να έχει απλώς επιτευχθεί η ευκταία γείωση στο γόνιμο έδαφος του θανάτου (αντί για τον εγκλεισμό στο μπουντρούμι της λελογισμένης έμπνευσης), απαραίτητη για να ξεπηδήσει με χυμούς η τέχνη. 

Ανάμεσα στις δύο συναντήσεις, και για να ξαναβρεί την χάρη της πρώτης, ο αφηγητής θα έχει αποπειραθεί την πολιτική στράτευση (και απογοητευθεί), επιτηδευθεί τον επί παραγγελία επικηδειογράφο, δει και ακούσει, σε γη και σε θάλασσα, σημεία και χρησμούς για το νόημα του κόσμου και του πολιτισμού, επιχειρήσει να κηρύξει τα ευρήματά του αυτά στα παιδιά, φυλακισθεί,  ευχηθεί τον πόλεμο, καταραστεί την ανθρωπότητα, και αποφασίσει την αυτοκτονία. Τότε ακριβώς (ξανα)φανερώνεται ο δαίμων – για να του προσφέρει την αμφίβολη σωτηρία. Μα ίσως αυτή η μηδέποτε ολοκληρούμενη συνάντηση, το διαρκώς αναβαλλόμενο ζευγάρωμα (έρχομαι Τέχνη έρχομαι) με τον Δαίμονα της Τέχνης να είναι και η απαραίτητη προϋπόθεση για την καλλιτεχνική δημιουργία.

Το 'θέμα' είναι 'Μεγάλο' και διόλου πρωτότυπο· ο ποιητικός τρόπος, θα λέγαμε παράτολμος. (Ο προφητικός τόνος έχει ωριμάσει και χρησιμοποιείται εδώ επιτυχέστερα.) Τι διασώζει, λοιπόν, το ποίημα από την γραφικότητα – ή την αδιαφορία για κάτι που υπό άλλες συνθήκες θα ηχούσε πεποιημένο ή παρωχημένο; Νομίζω, η αγκίστρωσή του σε ένα αναγνωρίσιμο, 'καθημερινό' και όχι εξαιρετικό, α' πρόσωπο (δεν το καλούν σε παιδικά πάρτυ επειδή δεν φοράει 'σταράκια', π.χ.)· η γλώσσα του, που, αν περιέχει εκφράσεις μεταφυσικού στοχασμού και στοιχεία μεγαλορρημοσύνης, παραμένει στέρεα σημερινή και ζωντανή (να με ακούσουν τα παιδιά που ρώτησαν διστακτικά / μαμά τι είναι ουρανός; / κι αυτή απάντησε ένα ντουβάρι)· η πρωτοτυπία, η δύναμη και πολυσυλλεκτικότητα των εικόνων του (τα 'σημεία' που φανερώνονται στον αφηγητή περιλαμβάνουν τον σχεδόν-άλμπατρος γηραιότερο γλάρο της Μάγχης, μα κι ένα πλαιυμομπίλ ποντισμένο χρόνια στο νερό)· η αριστοτεχνική δοσολόγηση όλων των συστατικών του επικού: του αφηγηματικού, του περιγραφικού, του στοχαστικού κ.ο.κ.· ο θαυμαστός και ακατάβλητος μουσικός κυματισμός του ποιήματος· αλλά και το λεπτότατο χιούμορ (το αγαπημένο υποκείμενο δε θα φανεί / ας πάει στο διάολο). Τέλος –ενδεχομένως και το σημαντικότερο, μιας και ο ιδεολογικός δογματισμός μπορεί να καταστρέψει και το 'ωραιότερο' έργο τέχνης– η συντηρούμενη αμφιθυμία του για το ευκταίον του χρίσματος από τον Δαίμονα της Τέχνης: δεν μας παίρνει το ναυαγοσωστικό ή δε γουστάρουμε να μπούμε;

Χάρη σε όλα αυτά, διαβάζουμε όντως ποίηση, και όχι ευφάνταστο παραλήρημα, ξαναζεσταμένη με νοσταλγία απόπειρα προσέγγισης της 'Υψηλής Ποίησης', πιασάρικη μπροσούρα, ή άψυχη πραγματεία.


*


Η κριτική αυτή δημοσιεύθηκε στο τεύχος 8 (Φθιν.-Χειμ. 2016) του περιοδικού "ΦΡΜΚ".

μιχάλης γιαννακάκης _ "σε δάσος σιδερένιο"












Το ολιγόστιχο και το πυκνό –κάποτε και ερμητικό– ποίημα έχει ιστορία και αρετές. Αφενός μας θυμίζει τα σωζόμενα θραύσματα των Αρχαίων Λυρικών, αφετέρου προτιμήθηκε και τιμήθηκε από σημαντικούς Μοντερνιστές που έδωσαν, μέσω αυτού, το καλύτερο έργο τους. Επιτρέπει τον μέγιστο έλεγχο του ποιητικού υλικού, ενώ δεν αφήνει περιθώρια να κρυφτεί 'δεύτερο πράμα'.

Πριν από δέκα, είκοσι χρόνια, δεν ήσαν λίγα τα ελληνικά ποιητικά βιβλία που κατεξοχήν απαρτίζονταν από τέτοια ποιήματα, και δεν είναι δύσκολο να αναφέρουμε ενδεικτικά, ως παραδείγματα και υποδείγματα, κάποιες ποιήτριες που υπηρέτησαν –και υπηρετούν– άξια αυτήν την μορφή: Μαίρη Γιόση, Μαρία Κούρση, Μαρία Λαϊνά, Αθηνά Παπαδάκη, Αλεξάνδρα Πλαστήρα. Σήμερα, ωστόσο, στον εν μέρει μεταμοντερνιστικό και εν πολλοίς γνησίως ελλαδίτικο κυκεώνα όπου έχει συρθεί η ποιητική σκηνή μας, σπανίζουν παρόμοια αξιόλογα βιβλία νεοτέρων. (Δυο ονόματα που πρόχειρα έρχονται στον νου είναι του Αργύρη Παλούκα –με το πρώτο του βιβλίο, Το ξέφτι, 2007– και του Μόμα Ράντιτς – με το μόνο μέχρι στιγμής βιβλίο του, την Πόρτα του 2010· και από τους δύο προσδοκούμε την ανάλογη συνέχεια.) Η ανεξήγητη επάνοδος των μετεφηβικών εξομολογήσεων, από την μια, και το 'τρεντ' των υπερφιλόδοξων 'πρότζεκτς', από την άλλη (για παράδειγμα, με κείμενα όπου στριμώχνεται η τρέχουσα, ζέουσα πολιτικοκοινωνική συγκυρία, ή με συνθέσεις όπου το ισχνό αποτέλεσμα πλέει μες στην πολλά νούμερα μεγαλύτερή του πρόθεση – το έρμο 'κόνσεπτ'), σχεδόν κυριαρχούν πια στο (στρεβλότατο) εκδοτικό τοπίο, και μοιάζουν να μονοπωλούν το ενδιαφέρον βιβλιοπαρουσιάσεων (ευλόγως) και κειμένων που διεκδικούν θέση κριτικής (μη ευλόγως).

Είναι, συνεπώς, και ευχάριστη και παρήγορη η εμφάνιση ενός βιβλίου όπως το Σε δάσος σιδερένιο του Μιχάλη Γιαννακάκη (Οδός Πανός, 2015). Ίσως δεν είναι άσχετο με την ποιότητά του το γεγονός ότι εδώ συνάγονται τρεις ομάδες ποιημάτων που πρωτοπαρουσιάστηκαν ως αυτο-εκδόσεις τα έτη 1995, 2005, και 2014. (Η ολιγογραφία, και αν δεν συναρτάται μονοσήμαντα με την γραφή ολιγόστιχων και πυκνών ποίημα, είναι, οπωσδήποτε, άλλη μία σπανίζουσα αρετή – ωφελιμότατη για γράφουσές τε και αναγνώστες.)

Επτά, λοιπόν, οκτώ, και οκτώ ποιήματα στις τρεις ενότητες, “Οι μέρες σαν λέξεις”, “Ακοή”, και “Γραμμή”. Δεν είναι, φυσικά, όλα τα ποιήματα το ίδιο πετυχημένα. Τα πιο αδύναμα ρέπουν προς την κοινοτοπία (π.χ. το μονόστιχο ποίημα: Λόγος χαράζει το χρόνο). Άλλα θα ωφελούνταν από ακόμη περισσότερη πύκνωση (π.χ. το δίστιχο ποίημα: Ο λόγος είναι φως στη γρίλια, / Ορίζοντας στο βλέμμα. μοιάζει να έχει ήδη ολοκληρωθεί με τον πρώτο στίχο.) Δεν κερδίζουν όλα από την ενίοτε επιτρεπόμενη ομοιοκαταληξία (π.χ. θλίψη / ύψη, αισθημάτων / αρωμάτων). Και κάποια –σαφώς και ευτυχώς όχι κυρίαρχα– 'ποιήματα-ορισμοί' (π.χ. Φως ιερό του Ισιδώρου / Την αγωνία της πλάνης σκορπά, / Την τρικυμία της ελευθερίας ορίζει.), είδος επικίνδυνο όσο και αυτό των 'ποιημάτων-αφορισμών', δεν βρίσκουν ακριβώς στόχο.

Ωστόσο, επτά πολύ καλά ποιήματα επί συνόλου εικοσιτριών είναι επίτευγμα διόλου ευκαταφρόνητο. Ακόμη περισσότερο, όταν αυτά είναι καλά μ' έναν πολύ προσωπικό τρόπο, και –πάνω απ' όλα– όταν, χάρη στην αξία τους, καταφέρνουν να επιβάλουν το κλίμα τους σε ολόκληρο το βιβλίο, ώστε οι προδιατυπωθείσες επιφυλάξεις να απαιτούν αυστηρό 'ψείρισμα' για να εγερθούν. Και όταν, ακόμη και στα λιγότερο δυνατά ποιήματα, δεν υπάρχουν ούτε γλωσσικά στραβοπατήματα, ούτε ακυρολεξίες· δεν έχεις να προτείνεις εναλλακτικές διατυπώσεις· τα δέχεσαι ως έχουν ή τα κάνεις λίγο πέρα για να δεις την σύνολη ποιητική γραμμή καθαρότερα· κι είναι κι αυτό ενός είδους επίτευγμα: στην δόμηση του βιβλίου.

Τι μας λένε λοιπόν τα δυνατότερα ποιήματα του Μ.Γ.; Το “Σύννεφο”, το “Δείλι”, ο “Κινηματογράφος”, που ανοίγουν την πρώτη ενότητα, είναι 'αστικά'· το “[Λόγος είναι ο δρόμος...]” της δεύτερης, και τα τρία που κλείνουν την τρίτη (“[Πλάγιος δεύτερος σωπαίνει...]”, “[Καλοκαίρι...]”, “[Ορίζοντας ανοίγει...]”), 'της υπαίθρου'. Ωστόσο, ανεξαρτήτως του 'σκηνικού' –και είτε το 'θέμα' είναι τοπίο, προσφιλής μορφή, άλλη εικόνα ή ανάμνηση– διαπιστώνουμε παρόμοιους αναβαθμούς πρωτότυπης παρατήρησης και σταδιακής πύκνωσης· απόσταξη που δεν φτάνει ώς την αποξήρανση· εικαστική παράταξη που απροσδοκήτως απογειώνεται στην μεταφορά.

Ώστε δύο κύριοι τρόποι δημιουργούν το ποίημα. Ένα γρήγορο και 'σφιχτό' μοντάζ που, αφού ορίσει έναν κλειστό χώρο εικόνων, τους επιτρέπει να αντηχούν εντός του, μα και τους επιβάλλει να απηχούν η μια την άλλη με κάθε δυνατό συνδυασμό: Καλοκαίρι / Απανεμιά / Κατσουνάκι / Άργιλος / Κατσουνάκι ξανά. Ή μια συστοιχία εικόνων, όπου καθεμιά συνιστά μεταφορά της προηγούμενης (ή της επόμενης): Ορίζοντας ανοίγει με χαρτί και μολύβι / Η ένωση του λαιμού με την ωμοπλάτη / Γίνεται βροχή / Καταρράκτης / Φαράγγι των νεκρών στη Ζάκρο.

Οι ποιητικοί αυτοί τρόποι –που απαρτίζουν, εντέλει, ύφος– βασίζονται όχι μόνον στην ιδιοτυπία βλέμματος και διανοητικής κίνησης, αλλά –βεβαίως, και πώς αλλιώς– και στην τέχνη: την χρήση αμφίσημων διασκελισμών που εκπλήσσουν και εμπλουτίζουν (Λόγος είναι ο δρόμος. Το γεράκι / Η αναπνοή του βράχου.), κι ένα 'αυτί' που απομακρύνει την καλλιέπεια για να επιβληθεί σε φθόγγους και ρυθμούς: να τους θέσει υπό τον ζυγό του βηματισμού που παράγει το ποίημα. Όπου, πάντα, η λέξη προσφύεται στο πράγμα (και στην ποιητική ιδέα): έχουμε, δηλαδή, μια ποίηση ακριβείας, κι όχι μια ποίηση 'του περίπου'. Πλάγιος δεύτερος σωπαίνει / Μονοπάτι αρχαίο / Αμύγδαλο / Το χείλι σου τρέμει. 

*

Η κριτική αυτή δημοσιεύθηκε στο τεύχος 8 (Φθιν.-Χειμ. 2016) του περιοδικού "ΦΡΜΚ".

4.11.16

spotkanie w polsce / συνάντηση στην πολωνία



















Η χθεσινή “Συνάντηση στην Πολωνία” (στο Βιβλιοπωλείο "Επί λέξει"), εκτός από συνάντηση για το βιβλίο “Πολωνία” (Καστανιώτης, 2016), εξελίχθηκε σε συνάντηση με την ίδια την Πολωνία στην Αθήνα: χάρη στην τιμητική και συγκινητική παρουσία μαθητριών και μαθητών του Γυμνασίου από το Σχολείο “Zygmunt Mineyko”, της –περαστικής από την πόλη μας– Καθηγήτριας Κλασσικής Φιλολογίας, κυρίας Wanda Popiak, της Dorota Jędraś, και άλλων μα, βεβαίως, πρωτίστως της Beata Żółkiewicz, που μίλησε για την πατρίδα της όπως την είδε μες στο βιβλίο, και διάβασε, σε δική της μετάφραση δύο ποιήματα απ' αυτό: το “Łazienki” και το “Βαρσοβία 1863 / 1944, Παρίσι 1883”. Η συμβολή της καθώς και αυτές –λόγια και απαγγελίες– της Μαρίας Τοπάλη, της Αλεξάνδρας Πλαστήρα και της Τζούλιας Τσιακίρη, έκαναν την χθεσινή βραδιά αυτό που ήταν – μαζί με τους φίλους, παλιούς και νέους: φίλους των προσώπων μα και των λέξεων. 


















Η Μπεάτα Ζουλκιέβιτς είπε, μεταξύ των άλλων: “Γι' ακόμη μια φορά, έμαθα –σιγουρεύτηκα– γι' αυτήν την απλή αλήθεια: πως η ποίηση δεν έχει σύνορα, πως είναι εξ ολοκλήρου μια μεταφορά. Κι έτσι η “Πολωνία” μάς ταξιδεύει, εδώ, παντού. Η προσωπική μου εμπειρία μού το διαβεβαιώνει: αν γνωρίσεις καλά έναν πολιτισμό και αν προσπαθήσεις πραγματικά να τον καταλάβεις, ανοίγεις πιο ελεύθερα πια τα μάτια σου, το μυαλό σου και την καρδιά σου, πέρα από συγκεκριμένα σύνορα. Και, όταν γίνεται αυτό, μετά, τα ονόματα δεν έχουν πια τόση σημασία: η γνώση έχει σημασία.”

Η Tζούλια Tσιακίρη: “Θέλω να εφαρμόσω πάνω σε τρία ποιήματα του Π.Ι. τρεις 'υπερβάσεις' όπως τις διατύπωσε ο Γιώργος Αράγης στο δοκίμιό του για την λογοτεχνική θεωρία: τρεις υπερβάσεις που πρέπει να περάσει ένας απλός άνθρωπος για να γίνει ποιητής. Η πρώτη είναι η διαφοροποίηση: να γίνει άλλος, να πάει προς το άλλο (“4 Δεκεμβρίου”). Η δεύτερη είναι η ένταση: ο Ρίλκε έλεγε ότι όλες σχεδόν οι θλίψεις μας είναι στιγμές ψυχικής έντασης (“Δεύτερη επίσκεψη του φίλου”). Και η τρίτη είναι η εξαλλαγή του χρόνου: το παιχνίδι με τον χρόνο – που σημαίνει ότι η αίσθηση του αντικειμενικού χρόνου, για έναν ποιητή, δεν είναι η των χρονομέτρων, αλλά ότι υπάρχει ένα βιολογικό χρονόμετρο που καταγράφει τον αντικειμενικό χρόνο σύμφωνα με την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Έτσι γίνεται εξαλλαγή του πραγματικού χρόνου σε χρόνο ποιητικό ή προσωπικό. Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στον ποιητή: μπορεί να συμβεί και στον απλό αναγνώστη, στον απλό άνθρωπο, όταν τον κυριέψει η συγκίνηση (“Ιούνιος 1986”).”

Η Μαρία Τοπάλη: “Τίθεται το ερώτημα τι είναι η 'Πολωνία' – στην οποία συναντιόμαστε. Μπορώ να πω ότι, χάρη στο βιβλίο, η 'Πολωνία' είναι μπόλικη γεωγραφία, όχι αποκλειστικά πολωνική· είναι μπόλικη ιστορία επίσης, όχι αποκλειστικά πολωνική· και είναι επίσης ένας τίτλος. Αυτή η “Πολωνία” έχει πολλά δικά μου περιεχόμενα και πολλά περιεχόμενα που βάζει ο ποιητής, και είναι ένας φακός, ένα φίλτρο, μέσα από το οποίο διαβάζουμε τα πράγματα. Και για μένα, η 'Πολωνία' είναι τρία πράγματα. Είναι πένθος· είναι δύναμη – μια απίστευτη δύναμη: πάντοτε είχα στο μυαλό μου την Πολωνία ως κάτι το ασύλληπτα δυνατό, διότι δεν μπορεί παρά να είναι πάρα πολύ δυνατό κάτι το οποίο υπάρχει χωρίς να του επιτρέψουν να υπάρχει· και το τρίτο είναι: διαμελισμός”.

Και η Αλεξάνδρα Πλαστήρα: “Αυτή η “Πολωνία” είναι, στο αίσθημά μου, σαν γέφυρα. Και τι κάνει μία γέφυρα; Τροποποιεί τον χωρισμό, την απόσταση. Αντιλαμβάνεται, δηλαδή, αυτές τις καταστάσεις –τον χωρισμό, την απόσταση, τη διαφορά: του αέρα, της ύλης, όποια είναι αυτή– σαν συνάντηση. Είναι μία συνάντηση, η γέφυρα. Αυτό είναι κάτι που θέλει διακαώς η ποίηση. Και πιστεύω ότι αυτό που θέλει η ποίηση, μας συμφέρει όλους.”


















[φωτ.:Καλλιρρόη Παπαγεωργίου.]