1.12.17

αυτός δεν είναι ένας δερβίσης














ΑΥΤΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΕΡΒΙΣΗΣ

Πλατεία Ταξίμ, Κωνσταντινούπολη, 2013


Πράσινο σκοτεινό βελούδο τού κυπαρισσιού
ρελιασμένο με μαύρο φαρδύ καραβόπανο
απλωμένο φουσκώνει καθώς περιστρέφεται
με τα χέρια ανοιχτά
σε ουρανό και σε γη
μες στο πλήθος που όρθιο
χτυπά παλαμάκια
πάνω στην ασφαλτοστρωμένη
πληγή της πλατείας

Μα στο πρόσωπο –
Μα το πρόσωπο
δεν είναι αγίου
ούτε ανθρώπου

Το πρόσωπο είναι μουτσούνα
τερατόμορφης πάπιας
Με καπάκια στα μάτια
με το ράμφος ραμμένο
βουλωμένο κι αυτό
–για τα δακρυγόνα–
Άσπρο καουτσούκ νοσοκομείου
–δίχως βλέμμα ή ανάσα–
πάνω από το κυπαρισσένιο
φύλλωμα που κυματίζει

Πάψτε
Πάψτε
να χτυπάτε τα χέρια
Αρπάξτε τον
Σώστε τον
Μες στο άσπρο σκάφανδρο
δεν θα του φτάσει ο αέρας
Θα σωριαστεί στο χώμα

και δεν θα φυτρώσει

~

Ποίημα για το τρίτο ετήσιο "A Poets' Agora" (1 Δεκεμβρίου 2017), με το γενικό θέμα "Risk". Αναδημοσιεύτηκε, ως "Ποίημα της ημέρας", στην "Popaganda". (Η φωτογραφία είναι της ειδησεογραφίας του 2013, από την Πλατεία Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης.)

25.11.17

ένας θρασύς "ορφέας" που πρέπει να ταξιδέψει
















Το καλλιτεχνικό θράσος ανταμείβεται -δηλαδή δίνει καρπούς, κι όχι μόνο πυροτεχνήματα εντυπωσιασμού- όταν ο καλλιτέχνης-θρασίμι έχει και νου, και γνώση, και αισθητήριο, κι όταν έχει ιδρώσει ασκούμενος και μελετώντας. Ο Μάρκελλος Χρυσικόπουλος έχει προ πολλού αποδείξει ότι είναι τέτοιος καλλιτέχνης. Και σε τούτη την εκδοχή του "Ορφέα" του Μοντεβέρντι (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 24 & 25 Νοεμβρίου 2017), του ξαναβγήκε η πασιέντζα του ιδιοφυούς παντρέματος στοιχείων διαφορετικών παραδόσεων: εν προκειμένω, των αναγεννησιακών (της εποχής του έργου) με ηλεκτρικά όργανα (από θέρεμιν έως μπάσσο!)

Σε αυτό το θρασύ κι επιτυχές εγχείρημα, είχε άξιο συνωμότη τον σκηνοθέτη Θάνο Παπακωνσταντίνου, που επέλεξε, ως αντίστιξη στον ηχητικό πλούτο, μια 'μινιμαλιστική' ασπρόμαυρη όψη και 'απλές', 'γεωμετρικές' λύσεις. Τα επιμέρους ερωτήματα ή επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς (μακάρι ο Ορφέας να είχε κινηθεί περισσότερο στα μακρά μέρη του - ή πόσο σκηνικά χρήσιμος είναι πλέον ο τεχνητός καπνός;) δεν μειώνουν την αξία του επιτεύγματος που χωρίς επιείκεια θυμίζει (και τις υπερβαίνει σε συνοχή και νόημα) κάμποσες 'ξένες παραγωγές', εισαγόμενες live ή αποτυπωμένες σε dvd.

Μα εξίσου άξιοι οι (κάθε φορά και καλύτεροι) μουσικοί των "Latinitas Nostra" και οι συνεργάτες τους - και, βεβαίως, οι τραγουδιστ(ρι)ες. Ανάμεσά τους, γι' άλλη μια φορά ξεχώρισαν η Θεοδώρα Μπάκα (ως Μουσική, και Ιέρεια του Διονύσου) -έκφραση, ρητορική, συνάφεια ύφους προς το έργο, αλλά και σκηνική παρουσία- και η αποδεδειγμένης ευστοχίας Λένια Ζαφειροπούλου (Ελπίδα), μα έλαμψαν επίσης οι -απλώς (και δυστυχώς) λιγότερο γνωστοί/ές μου- Χρήστος Κεχρής (πλήρης χροιών Βοσκός), και οι εντυπωσιακές Ειρήνη Μπιλίνη (Νύμφη) και Σοφία Πάτση (Αγγελιοφόρος: από τους σημαντικότερους ρόλους στο έργο).


H εξαρχής -κατά τον γάμο Ορφέα και Ευρυδίκης- εμφάνιση του ζεύγους χριστιανικός σταυρός / παγανιστικό στεφάνι όρισε σχηματικά το δίπολο Έρωτας / Θάνατος του μύθου και της πλοκής. Μα είναι ενδιαφέρον πως το ευτυχέστερο ερωτικά ζεύγος είναι, όχι το λευκό, μα το μαύρο: ο Πλούτων με την Περσεφόνη, οι σύμμαχοι και φύλακες του Θανάτου - τον έχουν αποδεχθεί, και ο έρωτάς τους ανθίζει. Αντιθέτως, ο κυριολεκτικώς ξεμυαλισμένος Ορφέας θαρρεί πως ο Έρως είναι ο ανώτερος Θεός - εξού και δεν θα τον απολαύσει. Κι αποδεικνύεται εντέλει 'κακός μάγος': εξίσου αστόχαστα θα απαρνηθεί τον Έρωτα, ώστε δικαίως να σπαραχθεί από τις Μαινάδες (μες σ' ένα noise καταιγιστικό).

Προλαβαίνετε κι αύριο!


(Μα όσοι/ες έχουν θέσεις ευθύνης ή/και κατάλληλες γνωριμίες, ας φροντίσουν η παράσταση αυτή α) να επαναληφθεί (αφού διορθωθούν η υπερβολή στην ενίσχυση, και η ισορροπία των οργάνων κατά τόπους), και β) οπωσδήποτε να ταξιδέψει και εκτός συνόρων. Κάτι τέτοια είναι που δεν μας αφήνουν να βουλιάξουμε εντελώς στην απόγνωση.)

28.10.17

ο έζρα πάουντ για τους συγγραφείς και την γλώσσα









"Οι συγγραφείς αυτοί καθαυτούς έχουν μια συγκεκριμένη κοινωνική λειτουργία εντελώς ανάλογη προς την ικανότητά τους ΩΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ. [...]
Καλοί συγγραφείς είναι εκείνοι που συντηρούν την αποτελεσματικότητα της γλώσσας, Δηλαδή, την κρατούν ακριβή, την κρατούν καθαρή. Δεν έχει καμιά σημασία αν ο καλός συγγραφέας θέλει να είναι χρήσιμος ή αν ο κακός θέλει να βλάψει. [...]
Ο νομοθέτης δεν μπορεί να νομοθετήσει για το κοινό καλό, [...] ο λαός (στην περίπτωση μιας δημοκρατικής χώρας) δεν μπορεί να διαπαιδαγωγήσει τους "εκπροσώπους" του, παρά μόνο μέσω της γλώσσας.
Η ομιχλώδης γλώσσα των τσαρλατάνων υπηρετεί έναν προσωρινό μόνο σκοπό.[...]
Η γλώσσα σας βρίσκεται στα χέρια των συγγραφέων σας. [...]
Ο άνθρωπος που καταλαβαίνει, δεν μπορεί πλέον να εφησυχάζει και να μένει αδιάφορος τη στιγμή που η χώρα του αφήνει τη λογοτεχνία της να παρακμάζει και την καλή γραφή να αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση, όπως δεν μπορεί ο καλός γιατρός να εφησυχάζει και να επαναπαύεται ενόσω ένα αμόρφωτο παιδί μολύνεται από φυματίωση νομίζοντας ότι απλώς έτρωγε τάρτες με μαρμελάδα."

- από το: Έζρα Πάουντ, Ποιητική Τέχνη (μτφρ.: Ελένη Πιπίνη), σελ. 39-42 (εδώ, με δικές μου σιωπηρές τροποποιήσεις), Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2016.

[στην φωτ., ο Έ.Π. από τον Richard Avedon.]

1.7.17

9 βιβλία για το καλοκαίρι του 2017













ΠΟΙΗΣΗ

~ René Char (μφτρ.: Θανάσης Χατζόπουλος), Φύλλα του Ύπνου, εκδ. Πόλις, 2017, σελ. 173. Στα σκοτάδια μας δεν υπάρχει μια θέση για την Ομορφιά. Όλος ο χώρος είναι για την Ομορφιά. Αυτά λέει το, τελευταίο αριθμημένο, 237ο εδάφιο των Feuillets d'Hypnos του σπουδαίου Γάλλου ποιητή του 20ου αιώνα, Ρενέ Σαρ. Πρόκειται ίσως για το σημαντικότερό του επίτευγμα – και από τα εξέχοντα του 20ου αιώνα. Τέκνο της ποιητικής ακμής τού συγγραφέα και της συμμετοχής του στην Γαλλική Αντίσταση κατά τον Β' Π.Π., αποτελεί υπόδειγμα ποιητικού μεταβολισμού μιας μείζονος κρίσης. Ως εκ τούτου, έχει πολλά να μας δώσει, ειδικά σε μας σήμερα, πέρα από βαθύτατη απόλαυση. Τελειώνει με την εκτός αρίθμησης κατακλείδα, «Το ρόδο της βαλανιδιάς»: Καθένα από τα γράμματα που συνθέτουν το όνομά σου, ω Ομορφιά, στον τιμητικό πίνακα των μαρτυρίων, παντρεύεται την επίπεδη απλότητα του ήλιου, γράφεται στη γιγάντια φράση που φράζει τον ουρανό, και συνδέεται με τον άνθρωπο που μανιάζει για ν’ απατήσει τη μοίρα του με το αδάμαστο αντίθετό της: την ελπίδα. 

~ Ελάσσονεςποιητές του Μεσοπολέμου (ανθολ.: Σωτήρης Τριβιζάς), εκδ. Καστανιώτη, 2015, σελ. 174. Άνεμος πνέει κατά τα δάση / κ’ έχω τη σκέψη μου κρεμάσει / σ’ ένα ψηλό ψηλό κλαδί∙ // κάτι σαλεύει στην καρδιά μου / κ’ έρχεται η θλίψη σαν παιδί / να μου χαϊδέψει τα μαλλιά μου. Πρόκειται για τον τόμο που ‘συμπληρώνει’ την προηγούμενη – φευ, εξαντλημένη– ανθολογία τού Σ.Τ., Ποιητές του Μεσοπολέμου (2004). Ανθολογούνται εδώ εννιά λιγότερο γνωστοί ποιητές (μεταξύ των οποίων και ο Φώτος Πασχαλινός, στον οποίο ανήκουν οι πιο πάνω στίχοι), μα εξίσου πολύτιμα είναι το επίμετρο με ενδιαφέροντα κείμενα άλλων για το έργο τους, καθώς και τα σύντομα βιογραφικά σημειώματα που συνέταξε ο επιμελητής. Με ξεχωριστή συγκίνηση συναντούμε την πρώτη σύζυγο του ιδιαίτερου ποιητή Γιώργου Βαφόπουλου, Ανθούλα Σταθοπούλου, που πέθανε στα 27 της χρόνια: Κάτι η καρδιά μου μέσα στην ατέρμονη / και ματωμένην έκτασή της κλείνει, / απ’ τη μεγάλη τρικυμία του έρωτα / και κάτι απ’ της μετάνοιας τη γαλήνη. 

~ Δήμητρα Κωτούλα, Η επίμονη αφήγηση, εκδ. Πατάκη, 2017, σελ. 67. Ο ήλιος απλώνει μια ευφυή σκιά πάνω στ’ ανάγλυφα. / Ιδρωμένος ο ουρανός του καλοκαιριού κατεβαίνει. Συγκομιδή δέκα ετών: δεκαεννιά ποιήματα, δεκατρία χρόνια μετά το πρώτο της βιβλίο. Βεβαίως, κάποια από αυτά (όπως εκείνο για τον Χαλεπά ή για τον νεκρό Χριστό του Χόλμπαϊν), δημοσιευμένα σε περιοδικά και ανθολογίες, μάς στοιχειώνουν καιρό τώρα. Κάτι ανώνυμο / ανοιχτό / κάτι που μοιάζει / (μέσα στην ξαφνική βροχή) / με ευχαρίστηση / συγκατανεύει ακούσια. Η απαιτητική απόσταξη που επιφέρει στο υλικό της η Δ.Κ., φέρνει πυκνή ταραχή και απαιτεί αναγνωστικές αναπνοές και παύσεις. Ευτυχώς: η επιβράδυνση της ανάγνωσης εντυπώνει βαθύτερα την σπάνιας ακρίβειας (και με τις δύο έννοιες) σκέψη της, το σπάνιας ακρίβειας αίσθημά της, και –το σημαντικότερο– την σπάνιας ακρίβειας σύγχρονη (και με τις δύο έννοιες) έκφρασή τους. Ανεξήγητος άνεμος έρχεται από πολύ μακριά / φέρνοντας δάκρυα πάνω στα δέντρα / Χρόνος γεμίζει αργά το δωμάτιο.

~ Παυλίνα Μάρβιν, Ιστορίες απ’ όλο τον κόσμο μου, εκδ. Κίχλη, 2017, σελ. 77. Γιαγιά, τρέξε, σ’ αναμένω / τη νύχτα της πρώτης του πρώτου μηνός / έλα, γιατί βιαστικά μεγαλώνω / δεν είμ’ εγγονή κανενός. Είναι σπάνια τα βιβλία ποίησης των οποίων όχι μόνο τα περιεχόμενα αλλά και η σύνθεσή τους έχουν ενδιαφέρον και νόημα. Όταν κάτι τέτοιο συμβαίνει στο πρώτο βιβλίο μιας ποιήτριας, έχουμε κάθε λόγο να χαιρόμαστε παραπάνω. Άλλες απ’ αυτές τις «ιστορίες» είναι έμμετρες και με ομοιοκαταληξία, άλλες σε ελεύθερο στίχο, και άλλες έχουν πεζή μορφή. Πάντα, ωστόσο, η μέριμνα για τον ρυθμό και τον ήχο ενγένει, αμιλλάται μιαν ευρηματικότητα που δεν εργάζεται προς εντυπωσιασμό, παρά για να ρίξει ένα πολύχρωμο πανί πάνω από την βαθύτερη, αναπόφευκτη, θλίψη. Η γυναίκα με το θαυμαστό όνομα Νταρίνα Πελέντοβα τον κοίταξε, κοίταξε και τους κάπως λασπωμένους κύκνους στο ποτάμι, με καθαρό μυαλό σκέφτηκε πως, μερικά χρόνια αργότερα, δεν θα φορά βεβαίως τούτο το γαμήλιο φόρεμα, αλλά ένα άλλο, πιο πρόχειρο. 

~ Μάρκος Μέσκος, Στηνόχθη του παράδεισου, Το Ροδακιό, 2016, σελ. 38. Ποτέ από μακριά το χώμα / δεν απειλεί δεν τρομάζει∙ / ανθισμένο σε καρτερεί / να σε μυρίσει στολίζοντάς σε. Ευγνωμονούμε τον άξιο ποιητή που συνεχίζει να μας χαρίζει ωραία ποιήματα – κι ίσως μάλιστα ενός βαθύτερα ήρεμου, ώριμου λυρισμού. Δύσκολα διαβάζεις το νερό που θυμάται / κι η θάλασσα περίεργα σιωπά. Σε δεκαέξι άτιτλα, αριθμημένα ποιήματα, μπροστά στον (πανταχού παρόντα, από πάντα, στην ποίηση τού Μ.) Θάνατο, ο Παράδεισος αναφαίνεται κι αυτός παντού: στην θριαμβεύουσα Φύση, στις μνήμες της παιδικής ηλικίας, στη μορφή της Μητέρας, στην πίστη σε κάτι ‘Πέρα από Ετούτο’. Τάχα πιωμένο με το αθάνατο νερό / καφέ το κοτσύφι γυρίζει βιαστικά από τα μαρμαρένια / αλώνια κρατώντας κάτι στο ράμφος / για το ταίρι που κλωσσάει με τη σειρά του στη φωλιά / τα μελλούμενα τιτιβίσματα / της Αυγής! 

~ Πάμπλο Νερούδα (μτφρ.: Δανάη Στρατηγοπούλου), Εστραβαγάριο, εκδ. Καστανιώτη, 2017, σελ. 190. Έμεινα μονάχος / σαν άλογο μονάχο / την ώρα που πάνω στο γρασίδι, δεν είναι ούτε / νύχτα ούτε μέρα, / αλλά μονάχα αλάτι του χειμώνα. Ο Νερούδα είναι 54 χρονών –15 χρόνια πριν από τον θάνατό του– όταν εκδίδει αυτή την συλλογή. Την αυγή τη στηρίζουν οι χοίροι. // Τη νύχτα την τρώνε τα πουλιά. // Και το πρωί είναι παντέρημος / ο κόσμος: κοιμούνται οι αράχνες, / οι άνθρωποι, οι σκύλοι και ο άνεμος, / γρυλλίζουν οι χοίροι και ξημερώνει. Ελεγειακή και χαμηλόφωνη, κι ας αστράφτει πάντα η ιδιαίτερη εικονοποιία του, με –ενίοτε μαύρο– χιούμορ και τρυφερότητα, μακρυά από τα επικά συνθέματα που έχουν προηγηθεί και του έχουν χαρίσει μια δίκοπη δημοφιλία, και ίσως πιο κοντά σε τόνο σε, αλλά πολύ ευρύτερο σε θεματολογία από, το επίσης πολυαγαπημένο δεύτερο βιβλίο του, τα Είκοσι ποιήματα αγάπης κι ένα τραγούδι απελπισμένο (1924). Γεμίζουν οι κούπες και φυσικά / ξαναμένουν άδειες / και συχνά τα χαράματα / πεθαίνουν μυστηριωδώς. // Οι κούπες κι αυτοί που πίναν. 

~ Αλεξάντερ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν (μτφρ.: Λένια Ζαφειροπούλου), Τσάρος Σαλτάν, εκδ. Πατάκη, 2017, σελ. 82. Ένα μακροσκελές ‘παιδικό παραμύθι’ τού θεμελιωτή της ρωσικής λογοτενχικής γλώσσας –βασισμένο εν μέρει σε προϋπάρχοντα λαϊκά παραμύθια–, το οποίο όντως ακόμη απομνημονεύουν όλα τα ρωσσόφωνα παιδάκια. Οι σύντομοι ρυθμικοί στίχοι του, αριστοτεχνικά και μουσικότατα γυρισμένοι στη γλώσσα μας από την Λ.Ζ., συνθέτουν ένα συναρπαστικό μαγικό αφήγημα. Όπου, μεταξύ των άλλων θαυμαστών, βγάζει μιλιά ο κύκνος και λέει στον γιο του τσάρου: Χάνεις στα νερά το βέλος / Μα χαρά θα ’χεις στο τέλος. / Πλούσια θα σε ανταμείψω , / Και θα σε υπηρετήσω. / Κύκνο δεν έχεις λυτρώσει: / Κόρης τη ζωή έχεις σώσει. / Γύπα δεν έχεις φονεύσει, / Έχεις μάγο εξολοθρεύσει. / Ποτέ δε θα σε ξεχάσω, / Φώναξε κι εγώ θα φθάσω. / Τώρα όμως γύρνα πίσω, / Πέσε και γλυκά κοιμήσου. Συνοδεύεται από χρονολόγιο και εισαγωγή –γοητευτική όπως πάντα– της μεταφράστριας. 

~ Jesper Svenbro (μτφρ.: Μαργαρίτα Μέλμπεργκ), Κλέις – Τοόνομα της κόρης της Σαπφούς (και άλλα ποιήματα), εκδ. Περισπωμένη, 2017, σελ. 108. Καπνίζουν ακόμη τα ερείπια της Τροίας; / αναρωτιούνται όταν στρέφουν το βλέμμα / προς το καπνισμένο καζάνι / του ανατέλλοντος ηλίου. Ο Γέσπερ Σβένμπρου, εκτός από σπουδαίος αρχαιοελληνιστής με εξαιρετικά πρωτότυπη σκέψη, είναι και συναρπαστικός ποιητής. Στο βιβλίο αυτό, η μεταφράστριά του Μ.Μ. παρουσιάζει ποιήματα με αρχαιοελληνικά θέματα από δύο δυλλογές που δεν έχουν εκδοθεί ακόμη στα σουηδικά. Προτάσσεται εισαγωγή του ποιητή ειδικά γραμμένη για την ελληνική έκδοση, το δε διαφωτιστικότατο επίμετρο ανήκει στην ποιήτρια Φοίβη Γιαννίση. Ο Σ. δεν διστάζει να συνδυάσει τον τζαζ τρομπεττίστα Μάιλς Νταίηβις (που, από μια στιγμή κι έπειτα, έπαιζε κυρίως βάσει τρόπων και όχι κλιμάκων) με την Σαπφώ, στην οποία αποδίδεται η επινόηση του μιξολυδικού τρόπου. Και, αναγνωρίζοντας στο «νίτρον» βασικό συστατικό του σαπουνιού, τελειώνει το ποίημά του «Palmolive. Πράσινο σαπούνι για την ποίηση» ως εξής: Και θυμήσου: εκατόν ογδόντα εννέα είναι / ο αριθμός του αποσπάσματος, «νίτρον» γράφει όλο κι όλο. / Δύο συλλαβές, τίποτε άλλο. / Πλούσιες, στη φαντασία μας αφρώδεις.

ΔΟΚΙΜΙΟ

~ Νικήτας Σινιόσογλου, Αλλόκοτος Ελληνισμός – Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών, εκδ. Κίχλη, 2016, σελ. 357. Ό,τι μετριοπαθώς νομίζουμε πως είμαστε έλκει εν μέρει την καταγωγή του από τη λησμονημένη οριακότητα κάποιων άλλων. Επτά Έλληνες στοιχειώνουν τούτο το έξοχο βιβλίο: τρεις του 15ου αιώνα (ο πλάνης πρωτο-‘αρχαιολόγος’ Κυριακός Αγκωνίτης, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πλήθων, και ο μισθοφόρος ποιητής Μάρουλλος Ταρχανιώτης), ένας του 18ου (ο ανηλεής πολέμιος της Εκκλησίας Χριστόδουλος Παμπλέκης), και τρεις του 19ου (ο εισηγητής της «Θεοσέβειας» Θεόφιλος Καΐρης, ο ριζοσπάστης διαφωτιστής Παναγιώτης Σοφιανόπουλος, και ο ιδιοφυής πλαστογράφος Κωνσταντίνος Σιμωνίδης). Ο Ν.Σ., με τεκμηριωμένη, βαθιά επιστημονική γνώση αλλά και μ’ ένα αληθινά σπάνιο συγγραφικό ταλέντο, ξεδιπλώνει την πολυπλοκότητα αυτών των ‘ακραίων’ προσωπικοτήτων, καταδεικνύει την άρρηκτη σχέση τους με την εποχή τους –πέρα από την προφανή ρήξη τους με αυτήν–, και επιχειρηματολογεί υπέρ της σημασίας τους για την σημερινή, όπως και, γενικότερα, για την σπουδή της ιστορίας των ιδεών. Η πρόοδος προκύπτει από το λύειν και το δεσμείν, ήτοι από διασταυρώσεις και τομές. 

29.6.17

πικρή παρηγοριά











Όντας λάτρης και της μικρής φόρμας του ‘εικαστικού κινηματογράφου’ αλλά και της μεγαλοφυίας του Derek Jarman, έσπευσα στην προβολή (στον ωραίο και φιλόξενο χώρο του State of Concept, και χάρη στο British Council) μικρών ταινιών (“moving image works”, κατά την τρέχουσα ορολογία) που ήταν υποψήφιες ή βραβεύθηκαν στα ετήσια  Jarman Awards”,  από το 2009 ώς το 2014. Από τα 11 έργα (διάρκειας από λίγο λιγότερο του λεπτού έως και πάνω από 16’ – εδώ έρχεται στον νου η έξοχη αγγλική έκφραση “to overstay ones welcome”), τα 10 κυμαίνονταν από το αδιάφορο ώς το κουραστικό, και από το σοβαροφανές και το μελό ώς το παιδαριώδες – ή συνδύαζαν, σε διάφορες δόσεις,  περισσότερα του ενός από τα ελαττώματα αυτά. Μόνον το σχεδόν δεκάλεπτο Choir (2011) της Elizabeth Price κυριαρχούσε στα (πλούσια) μέσα του, είχε στόχο αλλά επέτρεπε εις εαυτόν την παρέκκλιση έως την ‘τρέλλα’, διέθετε χιούμορ και σοβαρότητα σε ισορροπημένες δόσεις, ερέθιζε τον νου και συγχρόνως ικανοποιούσε τις αισθήσεις. Κάποια από τα υπόλοιπα έργα, φαντάζομαι ότι θα μπορούσαν να μην έχουν γίνει καν δεκτά ως πτυχιακές εργασίες.
Συμβαίνουν και εις Εσπερίαν, λοιπόν (πικρή παρηγοριά), αυτά για τα οποία παραπονιόμαστε κι εδώ: πως ικανός αριθμός συγγραφέων δίνει την εντύπωση ανθρώπων που όχι απλώς δεν μελετούν –και δεν έχουν μελετήσει– εις βάθος, αλλά ούτε καν διαβάζουν επαρκώς∙ μουσικών, που δεν ακούν∙ εικαστικών, που δεν έχουν έχουν προσέξει τι έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα∙ κ.ο.κ.. Έχεις, δηλαδή, την αίσθηση πως ουκ ολίγοι καλλιτέχνες δεν έχουν επαρκώς σπουδάσει τα υλικά τους ούτε εκμάθει τα εργαλεία τους, και εργάζονται σε ιστορικό (άρα και αισθητικό, και πολιτικό) κενό.
Τι φταίει; Πολλά, προφανώς: Όσοι (δεν) τους εκπαιδεύουν (και στην Βρετανία –απ’ όπου παίρνει αφορμή το σχόλιο αυτό– είναι διαπιστωμένη η κατρακύλα του επιπέδου και των απαιτήσεων της ανώτατης εκπαίδευσης, μετά το θατσερικό ξήλωμα, με τους σπουδαστές να θεωρούνται «πελάτες»), όσοι (δεν) τους κρίνουν (αυστηρά), όσοι τους δίνουν βήμα (με ανεπαρκή καλλιτεχνικά κριτήρια, αν όχι και με εξωκαλλιτεχνικά), όσοι (δημοσιογραφούντες) τους επαινούν αδιαφορώντας για την άγνοιά τους, κ.οκ.. Και όταν αυτή η άγνοια έχει εγκατασταθεί και στο κοινό (πάλι λόγω έκπτωσης της τυπικής εκπαίδευσης), καθιστώντας το ανίκανο να (δια)κρίνει, λίγα μας μένουν να ελπίζουμε.
Έγραψα πιο πάνω «της τυπικής εκπαίδευσης», γιατί η άτυπη εκπαίδευση (η εκτός εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και θεσμών, δηλαδή: ό,τι παλιότερα θα λέγαμε ότι καθιστά κάποιον «αυτοδίδακτο») μέσω, π.χ., της αφθονίας του διαδικτύου, μπορεί να φέρει άλλα αποτελέσματα – αρκεί, βέβαια, να κατέχουμε τα κατάλληλα αξιολογικά εργαλεία (που από κάπου πρέπει να τα διδαχθούμε κι αυτά...) Και όσο ο εναγκαλισμός της τέχνης με την Αγορά (τα fora των ΜΜΕ) και τις αγορές (the markets) εξελίσσεται σε στραγκαλισμό, άλλοι, ‘εξωθεσμικοί’, χώροι παρουσίασής της (όπως ακόμη και τα ‘κοινωνικά δίκτυα’), ίσως προσφέρουν ένα πεδίο καλλιτεχνικής ελευθερίας: μιαν ανάσα σωτηρίας. (Τα έτη 2009-2012, όταν τσαλαβούτησα αρκετά στο ‘facebook της ερασιτεχνικής φωτογραφίας’, το flickr, με είχε εντυπωσιάσει ο αριθμός απο ‘ερασιτεχνικές’ φωτογραφίες πολύ πιο ενδιαφέρουσες από αυτές που έβλεπα στα ‘αρμόδια’ περιοδικά (είτε ‘τεχνικά’, είτε καλλιτεχνικά). Βέβαια, η ανεύρεσή τους απαιτούσε, κι εκεί, έρευνα – κάποια ίχνη της οποίας (μόνον και μόνον για να δείξω με παραδείγματα τα δικά μου κριτήρια, συμπληρώνοντας και τεκμηριώνοντας τούτο το πρόχειρο σημείωμα) επιβιώνουν και σήμερα στις μικρές ‘εκθέσεις’ με φωτογραφίες άλλων που βρίσκονται συγκεντρωμένες εδώ.)

Η τέχνη δεν είναι σκέτη αυτοέκφραση – ούτε υπάρχει μόνο για να περνάμε την ώρα μας. Είναι ένας από τους καλύτερους τρόπους που εμπνεύστηκε και διαθέτει το ανθρώπινο πνεύμα για να αυτο-υποβάλλεται σε δοκιμασίες εκλέπτυνσης και εμβάθυνσης, που τ’ οδηγούν σε απόλαυση πολυεπίπεδη. Δεν χρειαζόμαστε ντε και σώνει όσο γίνεται περισσότερα νέα ‘έργα τέχνης’ – χρειαζόμαστε μόνον τα καλά έργα τέχνης, κι ήδη υπάρχουν πολλά. Εμμένοντας σε αυτά και μελετώντας τα εις βάθος, θα μπορέσουμε να διακρίνουμε και να ενθαρρύνουμε όσα νέα όντως αξίζει να προστεθούν στην χορεία τους – δηλαδή όσα θα μας ωφελήσουν παραπάνω, ή με διαφορετικό τρόπο, από τα ήδη υπάρχοντα. 

[στην φωτ., εικόνα από το έργο της Ελίζαμπεθ Πράις, Choir (2011)]

9.5.17

η "πολωνία" υποψήφια για το βραβείο του "αναγνώστη"



















Και να που -καθώς πάει να συμπληρωθεί ένας χρόνος από την ημέρα κυκλοφορίας της- η Πολωνία βρίσκεται ανάμεσα στα δέκα βιβλία του 2016 που είναι υποψήφια για το βραβείο ποίησης του περιοδικού "Ο Αναγνώστης": http://www.oanagnostis.gr/λογοτεχνικά-βραβεία-αναγνώστη-2017-μικρ/

Με ευχαριστίες στην κριτική επιτροπή για την επιλογή - και με χαρά για την συνύπαρξη με καλά βιβλία, χαρά που γίνεται μεγαλύτερη μιας κι ορισμένα εξ αυτών είναι γραμμένα από συνοδοιπόρους εν τέχνη.