29.12.08

καλή χρονιά



μες στ' άνθη της αγριοκερασιάς
ξέπνοη από τ' άρωμα
η οργή μου
έπεσε στα γόνατα

στάθηκα από πάνω της
τρέμοντας ανίσχυρη
ενώ εσύ - στεκόσουν πίσω μου

και πιό γοργά απ' όσο τρέχει το νερό
πήρες τα χέρια μου
και τά 'δεσες
με φιλήματα

και τότε - ήταν κι η αγριοκερασιά
κι η αγριοκερασιά
κοιτούσε -



Άτιτλο ποίημα που ανοίγει την πρώτη συλλογή, Ύμνος στο είδωλο, της πολωνής Halina Poswiatowska. Το βιβλίο τυπώθηκε το 1958, όταν η Χαλίνα Ποσβιατόβσκα ήταν 23 χρονών. Σε εννιά χρόνια θα ήταν νεκρή, μετά την δεύτερη εγχείριση στην καρδιά της που είχε βλαφτεί από τις συνέπειες στρεπτοκοκκικής λοίμωξης, όταν, παιδάκι, ενόσω κρυβόταν με τους γονείς της από τους Ναζί, ψηνόταν επί μέρες στον πυρετό.

Είμαι -γιά προφανείς λόγους- κατά των 'μεταφράσεων' που γίνονται από μεταφράσεις (εξ ου και πρόχειρα επιχειρώ την διάκριση με τον πιό ευρύχωρο όρο 'απόδοση'). Όμως, κατ΄ανάγκην -οδηγημένος από την επιθυμία ν΄ακούσω αυτό το έξοχο ποίημα στα ελληνικά- χρησιμοποιώ την μετάφραση στα αγγλικά της Maya Peretz, από την δίγλωσση έκδοση, Halina Poswiatowska,
wlasnie kocham... / indeed I love... [Wydawnictwo Literackie, Krakow, 2006].

Σαν μικρό πρωτοχρονιάτικο δώρο, προς φίλους γνωστούς και αγνώστους.



[φωτ.: από εδώ]

11.12.08

γιά την λύση



(Που ίσως και να μην υπάρχει. Αλλά πρέπει διαρκώς να την ψάχνουμε.)

Έφτανα στο Πεδίο του Άρεως καθώς ξεκίναγε η πορεία της Κυριακής. Στο ρεύμα της ανόδου της Αλεξάνδρας, πλήθος οργισμένα πρόσωπα και συνθήματα, αλλά με ήρεμο βηματισμό, μαζί με προτροπές απ’ τις ντουντούκες, να φτιαχτούν αλυσίδες περιφρούρησης. Στο οδόστρωμα της καθόδου, ωστόσο, χώρια απ’ την πορεία, ομάδες παιδιών με τις βέργες στα χέρια, αρχίζουν να σπαν τα τζάμια στις στάσεις των λεωφορείων, ν’ αναποδογυρίζουνε τους κάδους, ν’ ανάβουν τα σκουπίδια.

Ένας συνομήλικός τους είχε δολοφονηθεί, κι εκείνοι άνοιγαν γιορτή καταστροφής και, αργότερα, μέσ’ απ’ τις σπασμένες βιτρίνες, πλιάτσικου.

Αναρχικοί; Όσα άξια παραδείγματα αναρχισμού γνωρίζω, βασίζονται σε αυτοργανωμένες ειρηνικές κοινότητες. Αντιεξουσιαστές; Αρωγοί μάλλον της εξουσίας: χρήστες του χείριστου όπλου της, της βίας. Σε δόσεις τέτοιες που, σαν πυροτεχνήματα θεαματικές –όπως ταιριάζει σ’ αυτήν την κοινωνία, που, απρόσεχτα, όλοι, λίγο ώς πολύ, τρέφουμε (με τις σάρκες μας)– γρήγορα σβήνουν δίχως αποτέλεσμα. (Ή με μόνο αποτέλεσμα την εντεινόμενη βία.)

Μήπως κάποιοι που δεν έχουν τι άλλο να κάνουν τον πόνο; Που πάνω του όρμησαν και κόλλησαν και η οργή, και η απόγνωση: γιά όσους ασφαλίζουν τα προνόμιά τους μες στην κρίση που οι ίδιοι έπλασαν, γιά τα ακατάλληλα όργανα ‘της τάξεως’, γιά το μηνιάτικο που δεν φτουράει. (Δεν είναι τώρα η στιγμή –αλλά πρέπει κι αυτήν επειγόντως να την βρούμε– γιά ν’ αναρωτηθούμε τι κουμάντο κάνουμε. Στο μηνιάτικό μας, στην ψήφο μας, στα λόγια μας, σε όλα.)

Ή μήπως κάτι απλώς εφιαλτικό; Που σε ξυπνάει κάθιδρο στη μαύρη νύχτα, κατάδικό σου τρομερό γέννημα –απ’ ό,τι δεν χωράει– που ωστόσο παραμένει αδιανόητο.

Από την μιά μεριά, καταστροφή και ακύρωση, κι από την άλλη –εκ νέου ορατός– ο κίνδυνος μετάλλαξης της εκτόνωσης σε εξέγερση. Θά ’ναι λοιπόν γιά πάντα η μόνη επιλογή αυτή; Ανάμεσα στην, συνήθως μισοκοιμισμένη από τα χρόνια, Σκύλλα της εκάστοτε καθεστηκυίας εξουσίας, και στην αφηνιασμένη Χάρυβδη μιάς νεοσύστατης ‘Επαναστατικής Αστυνομίας’;

Ματ. Η παρτίδα τελειώνει ξανά.

Αθεράπευτα ανθρωπιστής αστός, πεισμωμένος συλλέκτης των κουρελιών του διαφωτισμού, και, αναπόφευκτα, τυχερός που έχει ζήσει μιά προστατευμένη, από κάθε άποψη, ζωή, δεν μπορώ, δυστυχώς ίσως –δυστυχώς, γιατί κι η άναρθρη κραυγή γίνεται κάποτε ο μόνος τρόπος να πάρεις ανάσα πριν πας παρακάτω (αν το μπορείς)– να δω την βία –ούτε καν αυτήν που προέρχεται από την οργισμένη οδύνη– ως λύση. (Με παρηγορεί λιγάκι που φίλος ξεσκολισμένος, και από πολιτική και από ιστορία και από το δρόμο, μοιάζει να συμφωνεί. Δηλαδή να απορεί.) Και η λύση, έστω μιά άκρη της, ας είναι κι ένας στοχασμός μονάχα, είναι αυτό που ακριβώς επείγει, και οφείλουμε να το εφεύρουμε –αν η Ιστορία δεν μπορεί να μας βοηθήσει– έστω και τώρα.

Το βλέπω ήδη: νομίζω πως μιλάω, ενώ μουγκρίζω με σφιγμένα δόντια. (Σαν κάποιον που παρασώπασε.)



[το κείμενο δημοσιεύεται στην lifo, 11.12.2008, συνοδευόμενο -στην ηλεκτρονική έκδοση- από την φωτογραφία του αλέξανδρου κατσή που επίσης αναπαράγεται εδώ]



Υ.Γ. (Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2008): Διαβάζοντας καθυστερημένα τις εφημερίδες που κυκλοφόρησαν από την Παρασκευή, 12/12, και δώθε, και αναλογιζόμενος ξανά το πιό πάνω κείμενο, γραμμένο την Δευτέρα, 8/12, θέλω να κάνω τις εξής (προφανείς ίσως, αλλ' απαραίτητες) διευκρινίσεις/διορθώσεις:

- Όντως είδα εφήβους -'παιδιά'- να τα σπάνε την Κυριακή, 7/12, το μεσημέρι, στην αρχή της Λ. Αλεξάνδρας - και, αργότερα, πλιάτσικο στην Χέυδεν. Αυτό το περιστατικό, όμως -και η χρήση του στο κείμενο- δεν σημαίνει βεβαίως ότι η πλειονότητα -ή έστω κι ένας ικανός αριθμός- των χιλιάδων παιδιών [και μη παιδιών] που κατέβηκαν στους δρόμους γιά να διαμαρτυρηθούν, είναι βάνδαλοι ή πλιατσικολόγοι.

- Το ρήμα 'δολοφονηθεί' να αντικατασταθεί -τουλάχιστον μέχρι το πέρας της δίκης- με το 'φονευθεί' [του οποίου η λογιότερη μορφή με είχε αρχικώς φοβίσει - ενώ το εναλλακτικό 'σκοτωθεί' μου είχε φανεί ανεπίτρεπτα απρόσωπο.] Χωρίς αυτό βεβαίως να μεταβάλλει στο παραμικρό την ευθύνη του ειδικού φρουρού έναντι της υπηρεσίας του και των κανόνων της - συνεπώς και την καταλληλότητά του να προστατεύει, διατεταγμένα, την ζωή των πολιτών.

6.12.08

μιά [μη;] τυχαία συνάντηση



Στο ταξίδι –αρχές Νοεμβρίου– θέλησα να πάρω μαζί μου ένα λιγότερο ογκώδες βιβλίο απ’ αυτό που ήδη διάβαζα. Στράφηκα στο ράφι με τα «Αδιάβαστα / Επείγοντα»: το A chance meeting της Rachel Cohen περίμενε υπομονετικά καναδυό χρόνια. Είχα πρωτοσυναντήσει αυτήν την αλυσίδα «τυχαίων [ή όχι και τόσο] συναντήσεων» μεταξύ Αμερικανών καλλιτεχνών σ’ έναν πάγκο του λονδρέζικου “Foyles”: η παρουσία πολλών αγαπημένων ονομάτων –Χένρυ Τζαίημς και Ελίζαμπεθ Μπίσοπ, Έντουαρντ Στάιχεν και Ρίτσαρντ Άβεντον– την έκανε αμέσως ακαταμάχητα θελκτική. Στην επιλογή της, όμως, την συγκεκριμένη στιγμή, ως αναγνωστικής συντροφιάς, ίσως, υποσυνείδητα, να οδήγησε και η ανάγκη ενός ‘φυλαχτού’ –τάμα και ξόρκι μαζί– γιά τις επικείμενες αμερικανικές εκλογές. Και η ευχή, η απολαυστική καταβύθιση στον κόσμο που έφτιαξαν μέσα σ’ έναν αιώνα –από το τέλος του Αμερικανικού Εμφυλίου, μέχρι το τέλος του αμερικανικού απάρτχαιντ– άνθρωποι που δεν ασχολούνταν μόνο με την τέχνη τους –άντρες και γυναίκες, λευκοί και μαύροι– αλλά και συνομιλούσαν, όταν δεν τα συνδιαμόρφωναν, με τα πολιτικά και κοινωνικά ρεύματα του καιρού τους, επηρέαζοντας όχι μόνο τη χώρα τους, αλλά και την Ευρώπη, με την οποία είχαν δεσμούς στενούς –ενίοτε και αίματος– όσο και αμφίθυμους – η ευχή, η καταβύθιση στον κόσμο αυτόν να λειτουργήσει συγχρόνως ως μαγική επίκληση της αναζωπύρωσής του, και ως θωράκιση έναντι του συνεχιζόμενου ακρωτηριασμού του.

Στην πτήση, την απόλαυση άρχισε να μετρά αυτοσχέδιος σελιδοδείκτης από ωραία φωτογραφία του περιοδικού της αεροπορικής εταιρείας. Την επομένη της προσγείωσης, και πριν αυτός καλά καλά αγγίξει την σελίδα 60, το απευκταίο είχε αποφευχθεί. Η εκλογή του Ομπάμα –έστω μένοντας στο ανυπολόγιστο συμβολικό βάρος της– δικαίωνε και την αισθαντική δημοκρατικότητα του Γουώλτ Γουίτμαν, και το δημιουργικό θράσος της Γερτρούδης Στάιν – αγαπημένης φοιτήτριας, στην Ψυχολογία, του Γουίλλιαμ Τζαίημς. Και την μαχητικότητα του –έτερου αγαπημένου φοιτητή του Γ.Τ.– μαύρου διανοούμενου W.E.Β. Du Bois, και την πρωτάκουστη λαϊκή εντοπιότητα του Μαρκ Τουαίην – τον οποίο θαύμαζε και προέβαλλε σθεναρά ο πατρίκιος των βοστονέζικων γραμμάτων, William Dean Howells, αδελφός εν γραφίδι του Χένρυ Τζαίημς.

Η ευχή ευοδώθηκε – ας χαρούμε λοιπόν όσο προλάβουμε. Γιατί, όπως πίσω από τον Χένρυ Τζαίημς κρύβονται από πάντα δεκάδες συγγραφείς «της προθήκης του ταμείου του σουπερμάρκετ», έτσι –και πολύ χειρότερα– πίσω από κάθε Ομπάμα (συμβολικό ή πραγματικό, δεν έχει εδώ σημασία), καραδοκούν άραγε ποιός ξέρει πόσες ακόμα Σάρα Παίηλιν.



[στην φωτογραφία: αριστερά η ποιήτρια elizabeth bishop, δεξιά o συγγραφέας και ακτιβιστής w.e.b. du bois. το κείμενο δημοσιεύτηκε στην καθημερινή, 6.12.2008]